Το άρμεγμα του μέλλοντος και το κόστος της μετάβασης για την ελληνική κτηνοτροφία

Η μετάβαση στη γεωργία υψηλών επενδύσεων και ο κίνδυνος συγκέντρωσης της παραγωγής

Η συζήτηση για την είσοδο της ρομποτικής στη γαλακτοπαραγωγή συνήθως ξεκινά από την τεχνολογία και καταλήγει στην παραγωγικότητα. Ωστόσο, για την ελληνική κτηνοτροφία, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνον πότε οι μηχανές θα μπορούν να εκτελούν με αξιοπιστία το άρμεγμα σε μια υφιστάμενη εγκατάσταση. Είναι και ποιοι παραγωγοί θα μπορέσουν να ακολουθήσουν το κόστος αυτής της μετάβασης, σε μια περίοδο κατά την οποία η πίεση στα εισοδήματα, η αβεβαιότητα στις ενισχύσεις και η δυσκολία πρόσβασης σε κεφάλαιο περιορίζουν ήδη τα περιθώρια επένδυσης.

Η αυτοματοποίηση προχωρεί, τα εξειδικευμένα συστήματα ρομποτικού αρμέγματος κερδίζουν έδαφος διεθνώς και η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται μεγαλύτερη ακρίβεια, καλύτερη παρακολούθηση του ζωικού κεφαλαίου και αποδοτικότερη διαχείριση της εκμετάλλευσης. Στο επίπεδο όμως της εμπορικής πραγματικότητας, η αγορά δεν κινείται ακόμη με όρους ανθρωποειδών ρομπότ που εγκαθίστανται χωρίς ουσιαστικές προσαρμογές στο ήδη υπάρχον περιβάλλον. Κινείται κυρίως με λύσεις εξειδικευμένες, ακριβές και συχνά απαιτητικές, τόσο ως προς τη διάταξη της μονάδας όσο και ως προς τη ροή των ζώων και τον συνολικό τρόπο λειτουργίας της φάρμας.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι συχνά διατυπώνεται η εντύπωση ότι η νέα γενιά ρομπότ θα ενσωματωθεί σχεδόν αθόρυβα στις σημερινές εγκαταστάσεις. Η εμπειρία της κτηνοτροφίας, όμως, δείχνει το αντίθετο. Τα ζώα δεν αντιδρούν ουδέτερα στη μεταβολή της καθημερινής τους ρουτίνας. Αλλαγές στον χώρο, στον ήχο, στην οσμή ή ακόμη και στην οπτική εικόνα ενός αντικειμένου είναι δυνατόν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά τους, να διαταράξουν τη ροή της εργασίας και να δημιουργήσουν πρόσθετο διαχειριστικό βάρος για τον παραγωγό. Με αυτή την έννοια, η μετάβαση σε πιο σύνθετα αυτοματοποιημένα σχήματα δεν είναι απλώς ζήτημα τεχνολογίας, είναι και ζήτημα βιολογικής προσαρμογής, λειτουργικής οργάνωσης και καθημερινής αντοχής της μονάδας.

Εκεί ακριβώς αναδεικνύεται και το δεύτερο, ίσως σημαντικότερο, επίπεδο της συζήτησης. Ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι σε λίγα χρόνια η ρομποτική θα είναι τεχνικά ικανή να αναλάβει ένα μεγαλύτερο μέρος του αρμέγματος, παραμένει ανοικτό το ερώτημα ποιοι θα μπορούν να επενδύσουν. Στον πρωτογενή τομέα, και ιδίως στην ελληνική κτηνοτροφία, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση δεν είναι αυτονόητη. Οι μικρότερες και μεσαίες εκμεταλλεύσεις, που ήδη επιβαρύνονται από αυξημένο κόστος ενέργειας, ζωοτροφών, εξοπλισμού και συμμόρφωσης, είναι πιθανό να βρεθούν μπροστά σε μια ακόμη μορφή ανισότητας, αυτή τη φορά τεχνολογικής.

Η έλλειψη εργατικών χεριών ασφαλώς αποτελεί πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι όμως το μόνο, ούτε κατ’ ανάγκην το κυρίαρχο. Σε πολλές περιπτώσεις, το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν θα είναι η απουσία προσωπικού, αλλά η αδυναμία του ίδιου του παραγωγού να χρηματοδοτήσει την ανανέωση της μονάδας του. Εάν η επόμενη φάση της γεωργίας στηριχθεί αποκλειστικά σε υψηλού κόστους τεχνολογικές λύσεις, χωρίς αντίστοιχα εργαλεία στήριξης για τις μικρές φάρμες, τότε η καινοτομία κινδυνεύει να λειτουργήσει ως παράγοντας περαιτέρω συγκέντρωσης της παραγωγής.

Η εξέλιξη αυτή δεν θα είναι αμελητέα. Θα σημαίνει ότι οι μεγαλύτερες, καλύτερα κεφαλαιοποιημένες ή περισσότερο καθετοποιημένες μονάδες θα μπορούν να αποκτούν πρόσβαση σε τεχνολογία, αυτοματισμό και σταθερότητα κόστους, ενώ οι μικρότεροι παραγωγοί θα υποχρεώνονται να λειτουργούν σε ένα όλο και δυσμενέστερο περιβάλλον, με χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα και μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο. Με άλλα λόγια, το τεχνολογικό πλεονέκτημα θα μετατρέπεται σταδιακά σε πλεονέκτημα αγοράς και το πλεονέκτημα αγοράς σε πλεονέκτημα επιβίωσης.

Η χώρα θα έπρεπε ήδη να έχει διαμορφώσει συνθήκες που να επιτρέπουν στην κτηνοτροφία να περάσει στη νέα εποχή με μεγαλύτερη ασφάλεια. Θα έπρεπε να έχουν ενισχυθεί τα χρηματοδοτικά εργαλεία, να έχουν αποκατασταθεί πλήρως οι όροι εμπιστοσύνης γύρω από τη διοχέτευση των ενισχύσεων και να έχει διαμορφωθεί μια πιο καθαρή στρατηγική για το πώς η τεχνολογία θα φτάσει στον πραγματικό παραγωγό και όχι μόνο σε εκείνον που διαθέτει ήδη κεφαλαιακή υπεροχή. Η καθυστέρηση σε αυτά τα πεδία επιβαρύνει σήμερα την προοπτική της μετάβασης.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για τη νέα ΚΑΠ δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί ψηφιακού μετασχηματισμού και καινοτομίας. Το κρίσιμο είναι αν η νέα αρχιτεκτονική στήριξης θα μπορέσει να στηρίξει πράγματι τις μικρές και μεσαίες φάρμες, εκείνες δηλαδή που αποτελούν τον βασικό κορμό της υπαίθρου αλλά έχουν τα μικρότερα περιθώρια επένδυσης. Εάν οι πόροι κατευθυνθούν με σαφήνεια στον ενεργό αγρότη και στον ενεργό κτηνοτρόφο, η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ανθεκτικότητας. Εάν όχι, θα εξελιχθεί σε μηχανισμό αποκλεισμού.

Η συζήτηση για τα ρομπότ στο άρμεγμα δεν αφορά πλέον μια μακρινή τεχνολογική υπόσχεση, αλλά το παραγωγικό υπόδειγμα που διαμορφώνεται στην ευρωπαϊκή και ελληνική κτηνοτροφία. Η αγορά έχει ήδη δείξει ότι η αυτοματοποίηση δεν είναι υπόθεση του μέλλοντος, αλλά παρούσα πραγματικότητα, με τη Lely να αναφέρεται σε περισσότερα από 50.000 εγκατεστημένα συστήματα αρμέγματος, και η DeLaval να προωθεί τη νέα γενιά εξειδικευμένων συστημάτων και τα στοιχεία του USDA να συνδέουν τη ρομποτική άμελξη με υψηλότερες καθαρές αποδόσεις.

Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση δεν είναι αν η τεχνολογία έχει φτάσει στον στάβλο, αλλά με ποιο κόστος και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να ενσωματωθεί. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ούτε τα πιο ώριμα συστήματα εγκαθίστανται χωρίς συνέπειες στη λειτουργία της μονάδας, καθώς απαιτούν προσαρμογή των ζώων, αλλαγές στη ροή και εκπαίδευση.

Με άλλα λόγια, δεν προστίθεται απλώς ένα ρομπότ στη φάρμα, αλλά αλλάζει σταδιακά και η ίδια η φάρμα, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμο το ερώτημα αν αυτή η μετάβαση θα είναι ισόρροπη ή αν τελικά θα επιβιώνουν μόνο όσοι διαθέτουν τη δυνατότητα να επενδύουν διαρκώς σε ακριβότερη τεχνολογία.

Τα ρομπότ, αργά ή γρήγορα, θα φθάσουν και στο αρμεκτήριο, το ερώτημα είναι αν, όταν αυτό συμβεί, θα υπάρχει ακόμη χώρος για τον μικρό και μεσαίο κτηνοτρόφο ή αν η νέα εποχή θα έχει ήδη διαμορφωθεί με όρους που τον αφήνουν στο περιθώριο.