Ανησυχία για την παγκόσμια παραγωγή σιτηρών λόγω έλλειψης λιπασμάτων

Ο πόλεμος στο Ιράν εκτοξεύει το κόστος και πιέζει τους αγρότες – Στο «μικροσκόπιο» οι καλλιέργειες του 2027

Έντονες ανησυχίες για τη μελλοντική επάρκεια τροφίμων προκαλεί η νέα κρίση στην αγορά λιπασμάτων, με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν, καθώς αγρότες σε όλο τον κόσμο έρχονται αντιμέτωποι με ένα δεύτερο ισχυρό κύμα αυξήσεων τιμών μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Η Μέση Ανατολή αποτελεί βασικό κόμβο παραγωγής λιπασμάτων, ενώ μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, όπου η ναυσιπλοΐα έχει διαταραχθεί σημαντικά λόγω της σύγκρουσης. Ήδη, έχουν ανασταλεί προμήθειες ουρίας – βασικού αζωτούχου λιπάσματος – από μεγάλες μονάδες στο Κατάρ, ενώ περιορισμοί καταγράφονται και σε θείο και αμμωνία.

Η κατάσταση αποτυπώνεται άμεσα στις τιμές, οι οποίες έχουν εκτιναχθεί από την έναρξη του πολέμου. Ειδικά στην ουρία, η άνοδος αντανακλά την απώλεια περίπου του ενός τρίτου των παγκόσμιων εξαγωγών από την περιοχή του Κόλπου.

Παρά το γεγονός ότι ορισμένες χώρες, όπως η Ινδία, συνεχίζουν να εξασφαλίζουν ποσότητες ακόμη και σε υψηλές τιμές – σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με δύο μήνες πριν – για πολλούς παραγωγούς το κόστος είναι πλέον απαγορευτικό.

Σε αντίθεση με την κρίση του 2022, αυτή τη φορά οι χαμηλές τιμές των σιτηρών δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την αύξηση των εισροών. Οι τιμές του σιταριού στο Σικάγο έχουν υποχωρήσει περίπου στο μισό σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια, ενώ αντίστοιχη είναι η πτώση και στη σόγια, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των αγροτών.

Το αποτέλεσμα είναι πολλοί παραγωγοί να εξετάζουν αλλαγές στον σχεδιασμό των καλλιεργειών ή ακόμη και τη μείωση της χρήσης λιπασμάτων. Ωστόσο, τα αζωτούχα λιπάσματα θεωρούνται κρίσιμα τόσο για τις αποδόσεις όσο και για την ποιότητα των προϊόντων, όπως η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη στο σιτάρι.

Ήδη, εκτιμάται ότι έχουν χαθεί τουλάχιστον 2 εκατομμύρια τόνοι παραγωγής ουρίας, ενώ σχεδόν 1 εκατομμύριο τόνοι παραμένουν «εγκλωβισμένοι» στην περιοχή του Κόλπου. Ακόμη και αν αποκατασταθεί σύντομα η ναυσιπλοΐα, η εξομάλυνση της αγοράς αναμένεται να απαιτήσει εβδομάδες ή και μήνες.

Οι επιπτώσεις αρχίζουν να αποτυπώνονται και στις καλλιεργητικές επιλογές. Στην Αυστραλία, η έκταση καλλιέργειας σιταριού αναμένεται να μειωθεί κατά 14%, ενώ στη Βραζιλία εξετάζεται περιορισμός της χρήσης λιπασμάτων ή στροφή σε φθηνότερες λύσεις. Παρόμοιες τάσεις καταγράφονται και στην Ευρώπη, όπου μειώνεται το ενδιαφέρον για καλλιέργειες υψηλής κατανάλωσης αζώτου, όπως το καλαμπόκι.

Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν για κινδύνους στην επισιτιστική ασφάλεια, ιδίως σε αναπτυσσόμενες χώρες, θυμίζοντας την κρίση του 2022, όταν το αυξημένο κόστος λιπασμάτων επιδείνωσε την πείνα σε περιοχές όπως η Ανατολική Αφρική.

Το μεγαλύτερο ρίσκο εντοπίζεται πλέον στην επόμενη καλλιεργητική περίοδο, καθώς οι οικονομικά πιεσμένοι αγρότες ενδέχεται να περιορίσουν τις εκτάσεις ή τις εισροές, επηρεάζοντας άμεσα τις αποδόσεις. Ήδη, αναλυτές εκφράζουν ανησυχία για τη συγκομιδή του 2027, προειδοποιώντας ότι οι συνέπειες της κρίσης μπορεί να αποδειχθούν μακροχρόνιες.