Στο μικροσκόπιο τα λιπάσματα με έμφαση σε τιμές, τιμολόγια, αποθέματα, CBAM και κόστος παραγωγής
Με το νέο σχέδιο δράσης για τα λιπάσματα που παρουσιάστηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται ότι η ευρωπαϊκή γεωργία εξαρτάται από μια αγορά ακριβή, ευάλωτη και όχι αρκετά διαφανή, σε ένα "εργαλείο" που καθορίζει άμεσα το κόστος παραγωγής, την απόδοση των καλλιεργειών και τελικά την τιμή των τροφίμων.
Στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, το κόστος των λιπασμάτων για τους Ευρωπαίους αγρότες παρέμενε 62% υψηλότερο από τα επίπεδα του 2020, ενώ τον Απρίλιο του 2026 οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων στην ΕΕ αυξήθηκαν επιπλέον κατά 40% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025.
Διαβάστε το πλήρες σχέδιο της Κομισιόν για τα λιπάσματα και τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ
Το νέο στοιχείο δεν είναι μόνο ότι οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν είναι ότι η ίδια η Κομισιόν αναγνωρίζει πως η αγορά λιπασμάτων στην Ευρώπη χαρακτηρίζεται από ασυμμετρίες, κατακερματισμό, περιορισμένη διαφάνεια και συγκεντρωμένη παραγωγή. Ο αγρότης βλέπει το τελικό τιμολόγιο, αλλά όχι πάντα την πλήρη αλυσίδα που το διαμόρφωσε. Πότε αγοράστηκε το προϊόν, σε ποια διεθνή τιμή, πόσο κόστισε η μεταφορά, πόσο έμεινε στην αποθήκη και με ποιο περιθώριο έφτασε τελικά στον παραγωγό.
Η αγορά πιέζεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, το φυσικό αέριο, το CBAM και τις εμπορικές αποφάσεις απέναντι σε Ρωσία και Λευκορωσία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το δύσκολο ερώτημα είναι ποιος μπορεί να ξεχωρίσει το πραγματικό κόστος από την υπερβολική μετακύλιση του κόστους από τους μεσάζοντες στους παραγωγούς. Και ποιος ελέγχει αν ποσότητες που είχαν αγοραστεί πριν από τις μεγάλες αυξήσεις τιμολογήθηκαν αργότερα με τιμές κρίσης.
Η Πολιτεία έχει λόγο να γνωρίζει αν οι τιμολογήσεις αντιστοιχούν στην πραγματική χρονική στιγμή αγοράς, στο κόστος κτήσης και στα εύλογα εμπορικά περιθώρια κέρδους. Η ΑΑΔΕ, οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες και οι μηχανισμοί παρακολούθησης της αγοράς θα μπορούσαν να εξετάσουν ψύχραιμα την αλυσίδα τιμολογίων στις κρίσιμες κατηγορίες λιπασμάτων, όχι για να ποινικοποιηθεί το εμπόριο, αλλά για να διαπιστωθεί αν η κρίση έγινε ευκαιρία αισχροκέρδιας.
Η Κομισιόν προτείνει ενίσχυση του Παρατηρητηρίου Αγοράς Λιπασμάτων, καλύτερη συλλογή δεδομένων για τιμές και αποθέματα, πιθανή δημιουργία ανεξάρτητων δεικτών τιμών και παρακολούθηση της μετακύλισης του κόστους από το CBAM και το ETS στις τιμές που πληρώνουν οι αγρότες. Για πρώτη φορά, η συζήτηση δεν μένει στη διαπίστωση ότι τα λιπάσματα είναι ακριβά. Περνά στο πιο δύσκολο ερώτημα, ποιος πληρώνει, ποιος κερδίζει και με ποια στοιχεία.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο προβλέπει επίσης άμεσα μέτρα ανακούφισης, εργαλεία της ΚΑΠ, μεγαλύτερη ευελιξία στις προκαταβολές, προσωρινές κρατικές ενισχύσεις λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή και πιθανή αναστολή δασμών σε αμμωνία, ουρία και ορισμένα αζωτούχα λιπάσματα, με εκτιμώμενη εξοικονόμηση 60 εκατ. ευρώ σε εισαγωγικούς δασμούς.
Τελικά, σύμφωνα με τα στοιχεία, η ΕΕ εισάγει περίπου 25% έως 30% της κατανάλωσης αζωτούχων λιπασμάτων, 35% έως 45% της ποτάσας και περίπου 70% των φωσφορικών λιπασμάτων. Την ίδια ώρα, το φυσικό αέριο αντιπροσωπεύει 70% έως 80% του κόστους παραγωγής των αζωτούχων λιπασμάτων. Όσο η ενέργεια παραμένει ακριβή, η ευρωπαϊκή αυτάρκεια θα παραμένει εύθραυστη.