Μικρότερη σοδειά σιταριού αναμένουν φέτος οι Βούλγαροι παραγωγοί

Κόστος, τιμές και μειωμένες εκτάσεις πιέζουν την παραγωγή

Μειωμένη παραγωγή σιταριού αναμένουν για το 2026 οι παραγωγοί σιτηρών στη Βουλγαρία, σε σύγκριση με την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εθνικής Ένωσης Παραγωγών Σιτηρών της Βουλγαρίας, Ίλιγια Πρόντανοφ, οι βασικοί λόγοι είναι η μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, το υψηλό κόστος παραγωγής και οι χαμηλές τιμές πώλησης των σιτηρών.

Οι εκπρόσωποι του κλάδου σημειώνουν ότι η υγρασία του εδάφους παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα, ενώ οι γεμάτοι ταμιευτήρες προσφέρουν έναν βαθμό ασφάλειας στον αγροτικό τομέα. Ωστόσο, η ψυχρή άνοιξη και οι περιορισμένες ώρες ηλιοφάνειας έχουν καθυστερήσει την ανάπτυξη των ανοιξιάτικων καλλιεργειών, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις αποδόσεις.

Ο Πρόντανοφ εκτίμησε ότι οι επόμενες 20 με 30 ημέρες θα είναι καθοριστικές για την ποιότητα και τον όγκο της φετινής παραγωγής σιταριού. Όπως ανέφερε, οι εκτάσεις με μαλακό σιτάρι έχουν μειωθεί φέτος κατά περίπου 1,5 έως 2 εκατ. δεκάρια, καθώς μέρος της γης στράφηκε σε ελαιοκράμβη, σκληρό σιτάρι και άλλες καλλιέργειες.

Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, η συνολική παραγωγή σιταριού στη Βουλγαρία θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά 700.000 έως 1 εκατ. τόνους σε σχέση με το 2025.

Οι παραγωγοί επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο μέγεθος της σοδειάς, αλλά αφορά και τη χαμηλή κερδοφορία, λόγω των πιέσεων που ασκούν οι χαμηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών.

Σε συνάντηση με τον νέο υπουργό Γεωργίας της Βουλγαρίας, οι εκπρόσωποι του κλάδου έθεσαν επίσης ζητήματα αγροτικής πολιτικής, προετοιμασίας για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ και μεταρρυθμίσεων στη γη.

Στις βασικές προτεραιότητες των παραγωγών περιλαμβάνονται η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ τους, ο εκσυγχρονισμός των αρδευτικών συστημάτων και η υιοθέτηση νομοθεσίας για τις κλαδικές οργανώσεις.

Πρόσθετες πιέσεις προκαλούν και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες οδηγούν σε αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και των λιπασμάτων. Σύμφωνα με τον Πρόντανοφ, το κόστος των λιπασμάτων έχει σχεδόν διπλασιαστεί το τελευταίο διάστημα, επιβαρύνοντας σημαντικά τα έξοδα παραγωγής και τη ρευστότητα των αγροτών.