Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανοίγει ξανά τον φάκελο των λιπασμάτων,το κόστος ενέργειας, οι εισαγωγικές εξαρτήσεις και η πράσινη μετάβαση πιέζουν ταυτόχρονα αγρότες και βιομηχανία.
Τα λιπάσματα επιστρέφουν στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής, όχι ως τεχνική λεπτομέρεια της αγροτικής παραγωγής, αλλά ως κρίσιμος κρίκος ανάμεσα στην επισιτιστική ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα της γεωργίας και τη βιομηχανική αντοχή της Ευρώπης. Σε εκδήλωση στις Βρυξέλλες με αντικείμενο το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ για τα Λιπάσματα, το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών και τον μηχανισμό συνοριακής προσαρμογής άνθρακα, ο Επίτροπος Γεωργίας και Τροφίμων, Κριστόφ Χάνσεν, έθεσε το ζήτημα με σαφήνεια. Το πετρέλαιο και ο χάλυβας μπορεί να κυριαρχούν συχνότερα στους τίτλους, όμως η αμμωνία και η ουρία είναι εξίσου κρίσιμες για την καθημερινή λειτουργία της ευρωπαϊκής οικονομίας τροφίμων.
Σύμφωνα με τον Επίτροπο, τα λιπάσματα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παραγωγής τροφίμων, καθώς βρίσκονται πίσω από τις αποδόσεις των καλλιεργειών που τροφοδοτούν τόσο την ανθρώπινη διατροφή όσο και τις ζωοτροφές. Η συζήτηση αποκτά πρόσθετη βαρύτητα μετά τις κινητοποιήσεις των αγροτών στις Βρυξέλλες, όπου το κόστος των λιπασμάτων είχε αναδειχθεί σε ένα από τα βασικά αιτήματα του ευρωπαϊκού αγροτικού κόσμου.
Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι οι τιμές ο Επίτροπος Γεωργίας Κριστόφ Χάνσεν υπογράμμισε ότι το κόστος των λιπασμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος της ενέργειας. Μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, οι τιμές δεν επέστρεψαν ποτέ στα προ πανδημίας επίπεδα. Όπως ανέφερε, σήμερα τα λιπάσματα κοστίζουν περίπου 70% περισσότερο σε σχέση με το 2024, ενώ ήδη το 2024 οι τιμές ήταν αυξημένες κατά 60% σε σχέση με το 2020. Για τους παραγωγούς, αυτό σημαίνει ότι το λίπασμα δεν είναι πλέον απλώς εισροή, αλλά παράγοντας που καθορίζει το αν μια καλλιέργεια μπορεί να παραμείνει οικονομικά βιώσιμη.
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την παραγωγική βάση της Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή παραγωγή λιπασμάτων μειώνεται, ενώ η ΕΕ εισάγει πλέον περίπου 40% έως 45% των λιπασμάτων που χρησιμοποιεί. Η εξάρτηση αυτή, όπως τόνισε ο Επίτροπος, μετατρέπεται σε ευαλωτότητα, καθώς η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς προμηθευτές για βασικά στοιχεία της αγροτικής της παραγωγής και της επισιτιστικής της ασφάλειας.
Το νέο Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα, που παρουσιάστηκε στις 19 Μαΐου, στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες. Πρώτον, στη στήριξη των αγροτών με σημαντικό χρηματοδοτικό πακέτο και με πρόσθετες ευελιξίες στα κράτη μέλη για την αξιοποίηση κονδυλίων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Δεύτερον, στην προώθηση της βιώσιμης χρήσης ανακυκλωμένων θρεπτικών στοιχείων, βιολογικής προέλευσης και χαμηλού άνθρακα λιπασμάτων. Τρίτον, στη μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων και στην ενίσχυση του ευρωπαϊκού και διεθνούς συντονισμού πολιτικής.
Η άμεση προτεραιότητα της Επιτροπής είναι η πρόσβαση των παραγωγών σε οικονομικά προσιτά λιπάσματα. Ο Χάνσεν ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή θα παρουσιάσει νομοθετικές προτάσεις για τη δυνατότητα προκαταβολών της ΚΑΠ και για την αξιοποίηση αδιάθετων κονδυλίων από τα κράτη μέλη, ώστε οι αγρότες να μπορούν να αγοράσουν λιπάσματα. Παράλληλα, αναμένεται να επιβεβαιωθεί το ύψος του χρηματοδοτικού πακέτου στήριξης, με την Επιτροπή να ζητά ταχεία έγκριση από τους συννομοθέτες.
Ωστόσο, ο Επίτροπος έστειλε και ένα ευρύτερο μήνυμα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να περάσει την επόμενη δεκαετία μετακινούμενη από τη μία κρίση λιπασμάτων στην άλλη. Γι’ αυτό η Επιτροπή εξετάζει πιο συστηματικά τη χρήση χωνεμάτων από βιοαέριο και βιομεθάνιο, με τις αναγκαίες περιβαλλοντικές εγγυήσεις. Η λογική είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να συνδεθεί με την παραγωγή εγχώριων λιπασμάτων, μειώνοντας την εξάρτηση από εξωτερικές αγορές.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Επιτροπή επιδιώκει στενότερο διάλογο ανάμεσα σε παραγωγούς λιπασμάτων και αγρότες, καλύτερη απορρόφηση των βιολογικής προέλευσης και χαμηλού άνθρακα προϊόντων, καθώς και πιθανές παρεμβάσεις στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο. Στο τραπέζι βρίσκονται επίσης σχήματα επισήμανσης, ελάχιστες απαιτήσεις ανάμειξης συμβατικών και βιολογικής προέλευσης λιπασμάτων, επενδύσεις στην καινοτομία και τεχνολογίες που μειώνουν το αποτύπωμα άνθρακα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας στην αγορά. Η Επιτροπή θέλει πιο αξιόπιστα στοιχεία για τους όγκους παραγωγής, την παραγωγική ικανότητα, τις τιμές πώλησης και τα αποθέματα, μέσα από την ενίσχυση του Παρατηρητηρίου Αγοράς Λιπασμάτων. Παράλληλα, η ακριβής θρέψη, η συμβουλευτική υποστήριξη και η χρήση νέων τεχνολογιών, όπως τα drones, παρουσιάζονται ως εργαλεία που μπορούν να μειώσουν τις ανάγκες λίπανσης χωρίς να υπονομεύσουν τις αποδόσεις.
Η συζήτηση αγγίζει αναπόφευκτα και τη βιομηχανία. Η επερχόμενη αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών και η εφαρμογή του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα συνδέονται άμεσα με το κόστος και την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Το ερώτημα που έθεσε ο Χάνσεν είναι πολιτικά και οικονομικά κρίσιμο. Πώς μπορεί η Ευρώπη να στηρίξει ταυτόχρονα τη βιομηχανία λιπασμάτων και τους αγρότες, χωρίς να υπονομεύσει ούτε την πράσινη μετάβαση ούτε την επισιτιστική της ασφάλεια.
Σύμφωνα με τον Επίτροπο, η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί μέσα από τον συνδυασμό διαφορετικών εργαλείων, όπως η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι πιστώσεις άνθρακα και τα έσοδα από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Πρόκειται, όπως είπε, για μια προσέγγιση αμοιβαίου οφέλους, τόσο για τους αγρότες όσο και για τη βιομηχανία, σε μια περίοδο όπου το κόστος παραγωγής, η ενεργειακή μετάβαση και η ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας πιέζουν ταυτόχρονα όλα τα επίπεδα της αγροδιατροφικής αλυσίδας.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Χάνσεν σημείωσε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η αλλαγή, όπως ανέφερε, θα απαιτήσει χρόνο, όμως η δράση πρέπει να ξεκινήσει τώρα. Η επιλογή, κατά τον ίδιο, αφορά την επισιτιστική ασφάλεια, τη στρατηγική αυτονομία και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Για να πετύχει, η μετάβαση πρέπει να φέρει θετική αλλαγή στους αγρότες, στους παραγωγούς, στους καταναλωτές και στην κοινωνία, μέσα από διάλογο, διαφάνεια και συντονισμό σε όλα τα επίπεδα πολιτικής.
Η φράση με την οποία έκλεισε την ομιλία του συμπύκνωσε και το πολιτικό βάρος της συζήτησης. Δεν μπορεί να υπάρξει επισιτιστική ασφάλεια χωρίς ασφάλεια στα λιπάσματα.