Χαλάστρα: Το ρύζι χάνει τη μισή του γη μετά το φιάσκο των τιμών

Η Χαλάστρα γυρίζει την πλάτη στην καλλιέργεια μετά το φιάσκο των τιμών

Η χαμηλή εμπορική αξία της περσινής σοδειάς οδηγεί παραγωγούς σε βαμβάκι και καλαμπόκι, με τη ρυζοκαλλιέργεια να μπαίνει στη νέα περίοδο πιο αδύναμη και πιο επιφυλακτική.

Στη Χαλάστρα, μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιοχές της ελληνικής ρυζοκαλλιέργειας, η φετινή εικόνα δείχνει μια αγορά που δεν βγήκε απλώς τραυματισμένη από την προηγούμενη εμπορική περίοδο. Βγήκε απογοητευμένη.

Μετά το φιάσκο των τιμών, οι εκτάσεις ρυζιού εμφανίζονται αισθητά μειωμένες, με ανθρώπους της περιοχής να μιλούν ακόμη και για υποχώρηση κοντά στο μισό σε σχέση με την προηγούμενη καλλιεργητική δυναμική. Η στροφή δεν έγινε από επιλογή στρατηγικής, αλλά από ανάγκη άμυνας. Όταν το προϊόν δεν πληρώνει το κόστος και η αγορά δεν δίνει καθαρό σήμα, ο παραγωγός κοιτάζει αλλού.

Οι καλλιέργειες που φαίνεται να κέρδισαν τη φετινή περίοδο είναι κυρίως το βαμβάκι και το καλαμπόκι. Σε χωράφια που τα προηγούμενα χρόνια κρατούσαν νερό και ρύζι, μπαίνουν πλέον εναλλακτικές καλλιέργειες, όχι απαραίτητα επειδή υπόσχονται μεγάλα κέρδη, αλλά επειδή θεωρούνται πιο διαχειρίσιμες μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η χαμηλή τιμή. Είναι η απώλεια εμπιστοσύνης. Οι περισσότερες ποσότητες της προηγούμενης παραγωγής, σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρουν παραγωγοί και παράγοντες της αγοράς, έφυγαν σε χαμηλές τιμές, ενώ μόνο περιορισμένοι όγκοι φέρονται να έχουν παραμείνει στα σιλό. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος των παραγωγών δεν είχε την πολυτέλεια να περιμένει καλύτερη αγορά. Πούλησε για να καλύψει υποχρεώσεις, κόστος καλλιέργειας και ανάγκες ρευστότητας.

Η πίεση στο ελληνικό ρύζι δεν είναι μόνο τοπικό φαινόμενο. Το τελευταίο διάστημα η αγορά κινείται υπό το βάρος των φθηνών εισαγωγών, του υψηλού κόστους παραγωγής και της μειωμένης διαπραγματευτικής δύναμης του παραγωγού. Σε πρόσφατες αναφορές της αγοράς, η τιμή παραγωγού έχει περιγραφεί σε επίπεδα 24–25 λεπτών το κιλό, όταν το κόστος παραγωγής αναφέρεται κοντά στα 38 λεπτά το κιλό. Αυτό το χάσμα εξηγεί γιατί πολλοί παραγωγοί δεν βλέπουν πλέον τη ρυζοκαλλιέργεια ως ασφαλή επιλογή.

Η Χαλάστρα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της μετατόπισης. Δεν πρόκειται για μια απλή αυξομείωση στρεμμάτων από χρονιά σε χρονιά. Πρόκειται για ένδειξη βαθύτερης κόπωσης ενός κλάδου που επί χρόνια στηρίχθηκε στην εξαγωγική δυναμική, στην ποιότητα του ελληνικού προϊόντος και στη συγκέντρωση τεχνογνωσίας σε λίγες, πολύ συγκεκριμένες περιοχές.

Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα παραμένει σημαντικός παίκτης στο ευρωπαϊκό ρύζι. Όμως αυτή η θέση δεν αρκεί όταν ο παραγωγός αισθάνεται ότι πουλά κάτω από το κόστος και ότι η αγορά δεν ανταμείβει την ποιότητα. Η διεθνής πίεση, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες και η αδυναμία απορρόφησης της παραγωγής σε αξιοπρεπείς τιμές δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η απόφαση αλλαγής καλλιέργειας μοιάζει λιγότερο με επιλογή και περισσότερο με αυτοπροστασία.

Η φετινή στροφή σε βαμβάκι και καλαμπόκι δείχνει ότι οι παραγωγοί δεν εγκαταλείπουν τη γη. Εγκαταλείπουν, όμως, ένα παραγωγικό μοντέλο που δεν τους δίνει πια βεβαιότητα. Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα. Γιατί όταν μια περιοχή όπως η Χαλάστρα αρχίζει να περιορίζει τόσο έντονα το ρύζι, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την τρέχουσα τιμή. Αφορά το μέλλον μιας ολόκληρης αλυσίδας, από τον παραγωγό και τον συνεταιρισμό μέχρι τη μεταποίηση και τις εξαγωγές.

Η νέα καλλιεργητική περίοδος ξεκινά με λιγότερο ρύζι και περισσότερη επιφυλακτικότητα. Αν η αγορά δεν αποκαταστήσει μια σχέση τιμής και κόστους που να βγάζει οικονομικό νόημα, η μείωση των εκτάσεων στη Χαλάστρα μπορεί να μην είναι μια πρόσκαιρη αντίδραση. Μπορεί να είναι η αρχή μιας πιο μόνιμης μετακίνησης της παραγωγής σε άλλες καλλιέργειες.

Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο πόσα στρέμματα χάθηκαν φέτος. Θα είναι πόσα από αυτά θα επιστρέψουν ποτέ στο ρύζι.