Σε επίπεδα άνω των 100 εκατ. τόνων το διεθνές εμπόριο
Σταθερά ανοδική πορεία καταγράφει το παγκόσμιο εμπόριο γαλακτοκομικών προϊόντων, το οποίο αυξάνεται με ρυθμό περίπου 2% ετησίως, την ώρα που μεταβάλλονται τόσο οι ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων εξαγωγικών δυνάμεων όσο και οι βασικοί προορισμοί των εμπορικών ροών.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Agriland, ο συνολικός όγκος του διεθνούς εμπορίου γαλακτοκομικών ξεπέρασε το 2025 τους 100 εκατ. τόνους, σε ισοδύναμο υγρού γάλακτος, έναντι 91,1 εκατ. τόνων το 2017.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί τη θέση του μεγαλύτερου εξαγωγέα παγκοσμίως, ελέγχοντας περίπου το 27% της αγοράς. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι προμηθευτές χάνουν σταδιακά έδαφος, καθώς ενισχύεται ο ανταγωνισμός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αργεντινή και την Ουρουγουάη.
Την ίδια στιγμή, σημαντικές αλλαγές καταγράφονται και στην πλευρά των εισαγωγών. Η Κίνα περιορίζει τις αγορές της από το εξωτερικό, καθώς αυξάνει την εγχώρια παραγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.
Η εξέλιξη αυτή αναγκάζει τους μεγάλους εξαγωγείς να αναζητήσουν νέες αγορές και να αναδιαμορφώσουν τα δίκτυα διανομής τους. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Μέσης Ανατολής, καθώς και η Βραζιλία.
Το τυρί αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της αγοράς. Από το 2017, ο όγκος του διεθνούς εμπορίου τυριών έχει αυξηθεί κατά περίπου 40%, αντανακλώντας τη διεύρυνση της παγκόσμιας ζήτησης.
Ισχυρή άνοδο κατέγραψε το 2025 και η αγορά βουτύρου, κυρίως λόγω της αύξησης των εξαγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, το εμπόριο γάλακτος σε σκόνη κινείται με πιο συγκρατημένους ρυθμούς, χωρίς να εμφανίζει αντίστοιχη δυναμική.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 2% θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, οι δυνατότητες αύξησης της παραγωγής διαφέρουν σημαντικά ανά περιοχή.
Για τους Ευρωπαίους παραγωγούς, η ενίσχυση της παραγωγής πρώτης ύλης θεωρείται δυσκολότερη, λόγω των αυστηρών κανονιστικών απαιτήσεων και των διαρθρωτικών περιορισμών του κλάδου.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αργεντινή εμφανίζονται σε πλεονεκτικότερη θέση, καθώς διαθέτουν τις υποδομές και τους παραγωγικούς πόρους για να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος της αυξανόμενης διεθνούς ζήτησης για γαλακτοκομικά προϊόντα.