Λιπάσματα: Η μεγάλη ανατροπή στις τιμές – Ποιοι εγκλωβίστηκαν στις ακριβές αγορές

Η πτώση της ουρίας στην Ευρώπη βρίσκει τους Έλληνες αγρότες με ολοκληρωμένες αγορές και τις επιχειρήσεις λιπασμάτων με ακριβό απόθεμα

Έρευνα – Γ. Παπαδόπουλος

Η αποκλιμάκωση της ουρίας περνά πλέον στην ευρωπαϊκή αγορά, όμως στην Ελλάδα μεγάλο μέρος των αγροτών έχει ήδη αγοράσει τα λιπάσματα που χρειαζόταν. Παράλληλα, εισαγωγείς και εμπορικές επιχειρήσεις που διατηρούν αποθέματα υψηλού κόστους βρίσκονται αντιμέτωποι με υποτίμηση της αξίας τους και συμπίεση των περιθωρίων κέρδους.

Η διεθνής αγορά ουρίας παρουσίασε γενικευμένη υποχώρηση την εβδομάδα έως τις 25 Ιουνίου, με τις μειώσεις να καταγράφονται πλέον και στις βασικές πύλες εφοδιασμού της Ευρώπης. Η εξασθενημένη ζήτηση, η αύξηση της διαθεσιμότητας και η σταδιακή αποκατάσταση των θαλάσσιων μεταφορών ασκούν πίεση στις τιμές των νέων φορτίων.

Στην Γαλλία, η κοκκώδης ουρία διαμορφώθηκε στα 460–495 ευρώ ανά τόνο FCA, από 500–515 ευρώ μία εβδομάδα νωρίτερα. Στη Ρουμανία, οι τιμές CFR υποχώρησαν στα 400–420 δολάρια ανά τόνο, έναντι 425–435 δολαρίων, ενώ στη Βαλτική μειώθηκαν στα 355–380 δολάρια από 375–405 δολάρια.

Ανάλογη ήταν η εικόνα στη Μαύρη Θάλασσα, όπου η κοκκώδης ουρία διαμορφώθηκε στα 370–385 δολάρια ανά τόνο, από 380–410 δολάρια. Στην Αίγυπτο, μία από τις σημαντικότερες πηγές προμήθειας για την ευρωπαϊκή αγορά, το εύρος περιορίστηκε στα 400–445 δολάρια, από 430–480 δολάρια ανά τόνο.

Οι τιμές αυτές αφορούν διαφορετικούς εμπορικούς όρους, νομίσματα και σημεία παράδοσης και, επομένως, δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες μεταξύ τους. Αποτυπώνουν, ωστόσο, μια κοινή κατεύθυνση. Το κόστος αντικατάστασης των νέων φορτίων ουρίας μειώνεται.

Στην Ελλάδα, η εξέλιξη δημιουργεί μια ιδιαίτερη κατάσταση. Οι περισσότεροι παραγωγοί είχαν προμηθευτεί εγκαίρως τα λιπάσματα για τις ανάγκες των καλλιεργειών τους.Οι αγορές αυτές πραγματοποιήθηκαν πριν αρχίσει η πρόσφατη αποκλιμάκωση, με αποτέλεσμα το κόστος προμήθειας να είναι αισθητά υψηλότερο από τα σημερινά επίπεδα.

Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος των αγροτών δεν θα επωφεληθεί άμεσα από τη σημερινή αποκλιμάκωση. Εκ των υστέρων, οι παραγωγοί που αγόρασαν νωρίς εμφανίζονται οικονομικά επιβαρυμένοι σε σύγκριση με όσους έχουν ακόμη ανοιχτές ανάγκες. Η έγκαιρη αγορά, πάντως, δεν ήταν αδικαιολόγητη, καθώς εξασφάλιζε τη διαθεσιμότητα του προϊόντος και περιόριζε τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων ή προβλημάτων στις παραδόσεις.

Ισχυρή πίεση δέχονται και οι ελληνικές επιχειρήσεις λιπασμάτων. Εισαγωγείς και έμποροι που έκλεισαν φορτία σε υψηλότερες τιμές ή διαθέτουν ακριβό απόθεμα στις αποθήκες τους βρίσκονται σήμερα μεταξύ των μεγάλων χαμένων της διόρθωσης. Η υποχώρηση των διεθνών τιμών μειώνει την εμπορική αξία των αποθεμάτων τους και τους φέρνει αντιμέτωπους με ένα δύσκολο δίλημμα. Είτε θα διατηρήσουν τις τιμές, με κίνδυνο να χάσουν πωλήσεις, είτε θα προχωρήσουν σε μειώσεις, απορροφώντας μέρος της διαφοράς.

Η εικόνα δεν είναι ίδια για όλες τις επιχειρήσεις. Όσες είχαν περιορισμένα αποθέματα ή μπορούν να προμηθευτούν τώρα φθηνότερα φορτία αποκτούν εμπορικό πλεονέκτημα. Αντίθετα, όσες έχουν δεσμευτεί με συμβόλαια υψηλότερου κόστους αντιμετωπίζουν σοβαρότερη συμπίεση των περιθωρίων τους.

Η βελτίωση των μεταφορών από τη Μέση Ανατολή ενισχύει την πίεση. Η ουρία που παρέμενε σε πλωτή αποθήκευση στον Περσικό Κόλπο μειώθηκε περίπου στους 525.000 τόνους, από 1,2 εκατ. τόνους στα μέσα Απριλίου. Η αποσυμφόρηση των Στενών του Ορμούζ καθιστά τις παραδόσεις πιο αξιόπιστες και αυξάνει τη διαθεσιμότητα για την ευρωπαϊκή αγορά.

Η διεθνής μείωση δεν αναμένεται να περάσει αμέσως και στο σύνολό της στις ελληνικές τιμές. Το ύψος των αποθεμάτων, οι παλαιότερες εμπορικές συμφωνίες, τα ναύλα και η ισοτιμία ευρώ–δολαρίου θα καθορίσουν την ταχύτητα της προσαρμογής. Η ελληνική αγορά καλείται πλέον να διαχειριστεί μια πτώση τιμών που ήρθε αφού αγρότες και μέρος του εμπορίου είχαν ήδη αγοράσει ακριβά.