Η Ασία παράγει πλέον το 44% του παγκόσμιου κρέατος, ενώ το μερίδιο της Ευρώπης υποχώρησε από 41% το 1961 σε περίπου 17% το 2024.
Του Γ. Παπαδόπουλου Agrocapital
Η παγκόσμια παραγωγή κρέατος ξεπέρασε τα 373 εκατ. τόνους το 2024. Η Ευρώπη υπερδιπλασίασε σχεδόν την παραγωγή της μέσα σε έξι δεκαετίες, αλλά το μερίδιό της συρρικνώθηκε δραστικά καθώς η Ασία εξελίχθηκε στον κυρίαρχο παραγωγό.
Η παγκόσμια αγορά κρέατος είναι σήμερα πέντε φορές μεγαλύτερη από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Η συνολική παραγωγή αυξήθηκε από 71,36 εκατ. τόνους το 1961 σε 373,87 εκατ. τόνους το 2024, καταγράφοντας άνοδο 424%.
Η μεγάλη ανατροπή βρίσκεται στη γεωγραφία της παραγωγής. Το 1961 η Ευρώπη παρήγαγε 29,45 εκατ. τόνους κρέατος και η Ασία μόλις 9,03 εκατ. τόνους. Η Ευρώπη αντιπροσώπευε τότε περίπου το 41% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ το μερίδιο της Ασίας βρισκόταν κοντά στο 13%.
Το 2024 η εικόνα είχε αντιστραφεί. Η παραγωγή της Ασίας έφτασε τα 164,94 εκατ. τόνους, σημειώνοντας αύξηση 1.726% σε σχέση με το 1961. Το ασιατικό μερίδιο ανήλθε περίπου στο 44% της παγκόσμιας παραγωγής.
Η Ευρώπη αύξησε επίσης την παραγωγή της, αλλά με πολύ χαμηλότερο ρυθμό. Οι 64,51 εκατ. τόνοι του 2024 αντιστοιχούν σε άνοδο 119% από το 1961. Επειδή όμως η παγκόσμια παραγωγή αυξήθηκε ταχύτερα, το ευρωπαϊκό μερίδιο περιορίστηκε κοντά στο 17%.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρήγαγε το 2024 περίπου 42,45 εκατ. τόνους κρέατος, έναντι 17,16 εκατ. τόνων το 1961. Παρά την αύξηση 147%, το μερίδιό της στην παγκόσμια παραγωγή υποχώρησε από περίπου 24% σε λίγο πάνω από 11%.
Στο εσωτερικό της ΕΕ, το χοιρινό παραμένει η μεγαλύτερη κατηγορία. Η ευρωπαϊκή παραγωγή ανήλθε το 2024 σε 21,1 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 2,2% σε σχέση με το 2023. Παρά την ανάκαμψη, παρέμεινε 2,3 εκατ. τόνους χαμηλότερα από το υψηλό του 2021.
Η παραγωγή κρέατος πουλερικών έφτασε σε νέο ρεκόρ, στους 14,1 εκατ. τόνους, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 6%. Η Πολωνία κάλυψε το 20,5% της ευρωπαϊκής παραγωγής, η Ισπανία το 12,8%, η Γαλλία το 12,2%, η Γερμανία το 10,9% και η Ιταλία το 9,8%.
Στο βόειο κρέας η παραγωγή ανήλθε σε 6,6 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 3,1% μετά από πέντε διαδοχικά χρόνια υποχώρησης. Αντίθετα, η παραγωγή αιγοπρόβειου κρέατος μειώθηκε κατά 6%, περιοριζόμενη περίπου στους 400.000 τόνους. Η Ελλάδα κάλυψε το 14% του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού κλάδου.
Η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς την Ασία δεν σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή παραγωγή εξαφανίζεται. Δείχνει όμως ότι η ΕΕ λειτουργεί πλέον σε μια αγορά όπου η ανάπτυξη της ζήτησης, η παραγωγική δυναμικότητα και ένα αυξανόμενο μέρος των εμπορικών ροών καθορίζονται εκτός Ευρώπης.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με ακριβότερη ενέργεια και ζωοτροφές, αυστηρότερες απαιτήσεις για το περιβάλλον και την καλή μεταχείριση των ζώων, αλλά και με τη σταδιακή συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου.