Το Brent πάνω από τα 100 δολάρια φέρνει ακριβότερο diesel σε αγροτικές εργασίες και μεταφορές, με κίνδυνο νέων ανατιμήσεων στα τρόφιμα
Η άνοδος του Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι μετατρέπεται σε δοκιμασία για την πραγματική οικονομία. Στην Ελλάδα, όπου η παραγωγή και η διακίνηση προϊόντων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το diesel, η πίεση περνά ήδη από την αντλία στα χωράφια, στους στόλους των μεταφορικών επιχειρήσεων και, με χρονική υστέρηση, στις τιμές των τροφίμων.
Η μέση τιμή του diesel είχε φθάσει στις 20 Ιουλίου τα 1,95 ευρώ το λίτρο, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από 1,85 ευρώ μία εβδομάδα νωρίτερα και 1,75 ευρώ στις αρχές του μήνα. Εάν η διεθνής ένταση διατηρηθεί, η υπέρβαση των 2 ευρώ το λίτρο είναι πλέον ένα ορατό ενδεχόμενο για την ελληνική αγορά.
Το Brent ενισχύθηκε την Πέμπτη κατά περίπου 7%, φθάνοντας τα 100,71 δολάρια, καθώς οι επιθέσεις σε σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια και οι νέες διαταραχές στις θαλάσσιες οδούς της Ερυθράς Θάλασσας και του Στενού του Ορμούζ επανέφεραν στην αγορά τον φόβο για την ασφάλεια του εφοδιασμού.
Η αντίδραση δεν αφορά μόνο το ενδεχόμενο να περιοριστούν οι διαθέσιμες ποσότητες πετρελαίου. Οι μεγαλύτερες διαδρομές, τα αυξημένα ναύλα, τα ακριβότερα ασφάλιστρα και η αβεβαιότητα γύρω από τους χρόνους παράδοσης επιβαρύνουν κάθε φορτίο πριν ακόμη φθάσει στο διυλιστήριο.
Για το diesel, η εξίσωση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Ακόμη και όταν υπάρχει επάρκεια αργού πετρελαίου, οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα και στη διύλιση μπορούν να κρατήσουν υψηλές τις τιμές των καυσίμων κίνησης. Αυτό σημαίνει ότι μια πιθανή υποχώρηση του Brent δεν θα περάσει υποχρεωτικά στην αντλία με την ίδια ταχύτητα.
Η ελληνική λιανική τιμή επηρεάζεται επίσης από την ισοτιμία ευρώ–δολαρίου, τα περιθώρια διύλισης και εμπορίας και τη φορολογία. Συνεπώς, η σύνδεση με το Brent δεν είναι μηχανική. Η κατεύθυνση, ωστόσο, είναι σαφής όταν η διεθνής άνοδος είναι απότομη και διαρκεί περισσότερο από λίγες ημέρες.
Για τους παραγωγούς, η πίεση δεν προκύπτει μόνο από την τιμή στην αντλία, αλλά και από τη χρονική στιγμή της αύξησης. Το ακριβότερο diesel συμπίπτει με περίοδο αυξημένων αναγκών για άρδευση και συγκομιδές, όταν η κατανάλωση είναι σε μεγάλο βαθμό ανελαστική. Το καύσιμο πληρώνεται άμεσα, ενώ η τιμή στην οποία θα διατεθεί η παραγωγή παραμένει άγνωστη
Όταν μια καλλιέργεια χρειάζεται νερό ή βρίσκεται κοντά στη συγκομιδή, η αναβολή μιας εργασίας μπορεί να κοστίσει περισσότερο από την αύξηση του καυσίμου. Ο παραγωγός είναι επομένως υποχρεωμένος να απορροφήσει άμεσα την επιβάρυνση, χωρίς να γνωρίζει εάν θα μπορέσει να τη μεταφέρει στην τιμή πώλησης.
Στην πράξη, ακόμη και μια μικρή μεταβολή στην αντλία αποκτά γρήγορα σημαντικό βάρος. Κάθε αύξηση κατά 10 λεπτά το λίτρο επιβαρύνει κατά 500 ευρώ την κατανάλωση 5.000 λίτρων και κατά 1.000 ευρώ τα 10.000 λίτρα. Για μια αγροτική εκμετάλλευση, η διαφορά αυτή αφαιρείται απευθείας από ένα ήδη περιορισμένο εισόδημα. Στις μεταφορικές επιχειρήσεις, όπου η κατανάλωση μετριέται σε δεκάδες χιλιάδες λίτρα, ο πρόσθετος λογαριασμός μπορεί γρήγορα να γίνει πενταψήφιος.
Ο επόμενος κρίκος είναι τα logistics. Φορτηγά μεγάλων αποστάσεων, οχήματα διανομής και ψυγεία εκτελούν καθημερινά δρομολόγια με περιορισμένη δυνατότητα μείωσης των χιλιομέτρων. Όταν το μεταφορικό έργο έχει συμφωνηθεί σε σταθερή τιμή, το αυξημένο κόστος απορροφάται αρχικά από την επιχείρηση.
Εάν, όμως, το diesel παραμείνει ακριβό, οι μεταφορείς θα επιδιώξουν αναπροσαρμογές ή την ενεργοποίηση ρητρών καυσίμου. Οι νέες χρεώσεις θα περάσουν στις αποθήκες, στις βιομηχανίες τροφίμων, στο χονδρεμπόριο και τελικά στη λιανική.
Η γεωγραφία καθιστά την Ελλάδα περισσότερο ευάλωτη. Η τροφοδοσία νησιών και απομακρυσμένων περιοχών απαιτεί περισσότερα στάδια μεταφοράς, ενώ τα νωπά προϊόντα χρειάζονται αδιάλειπτη ψύξη από τον τόπο παραγωγής έως το σημείο πώλησης. Σε αυτή την αλυσίδα, το ενεργειακό κόστος εμφανίζεται περισσότερες από μία φορές.
Η μετακύλιση στο ράφι δεν θα είναι ούτε άμεση ούτε ομοιόμορφη. Παραγωγοί, μεταφορείς, βιομηχανίες και αλυσίδες λιανικής μπορούν να απορροφήσουν μέρος της αύξησης για ένα περιορισμένο διάστημα. Όσο, όμως, η πίεση διατηρείται, τόσο μικρότερο γίνεται το περιθώριο απορρόφησης.
Περισσότερο εκτεθειμένα είναι τα προϊόντα που συνδυάζουν υψηλή κατανάλωση καυσίμου στην παραγωγή, συχνές μεταφορές και ανάγκη ψύξης. Φρούτα, λαχανικά, κρέας και γαλακτοκομικά επιβαρύνονται σε περισσότερα στάδια μέχρι να φθάσουν στον καταναλωτή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα καταγραφεί μια οριζόντια αύξηση σε όλα τα τρόφιμα. Εάν, όμως, το diesel σταθεροποιηθεί πάνω από τα 2 ευρώ, είναι πιθανότερο να εμφανιστούν σταδιακές και επιλεκτικές ανατιμήσεις, ιδιαίτερα σε προϊόντα με μικρή διάρκεια ζωής και υψηλό μεταφορικό κόστος.
Το ηπιότερο σενάριο προϋποθέτει αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, ώστε το Brent να επιστρέψει κάτω από τα 100 δολάρια. Ακόμη και τότε, η αποκλιμάκωση στη λιανική αγορά καυσίμων θα απαιτήσει χρόνο.
Το δυσμενέστερο σενάριο είναι μια παρατεταμένη διαταραχή τόσο στο Στενό του Ορμούζ όσο και στην Ερυθρά Θάλασσα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επιβάρυνση δεν θα περιοριστεί στην αντλία. Θα ενσωματωθεί στα νέα συμβόλαια μεταφοράς, στο κόστος παραγωγής και στις τιμές των τροφίμων.