Καρπούζι: Υπερπροσφορά και πτώση των τιμών

Ισπανία και Ελλάδα παραμένουν οι βασικοί προμηθευτές

Συνθήκες υπερπροσφοράς επικρατούν τον Ιούλιο στην ευρωπαϊκή αγορά καρπουζιού, ασκώντας καθοδικές πιέσεις στις τιμές χονδρικής στις περισσότερες χώρες.

Η Ισπανία και η Ελλάδα παραμένουν οι βασικοί προμηθευτές της ευρωπαϊκής αγοράς, καθώς οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες στηρίζουν την παραγωγή και την ομαλή τροφοδοσία των αγορών.

Σύμφωνα με στοιχεία του FruitVeB, η Ισπανία αύξησε κατά 11% τις καλλιεργούμενες εκτάσεις καρπουζιού την περίοδο 2025-2026, οι οποίες ανήλθαν σε περίπου 12.300 εκτάρια. Κύριοι προορισμοί των ισπανικών εξαγωγών παραμένουν η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία.

Στην Ελλάδα, η συγκομιδή στην περιοχή της Ηλείας διαρκεί από τα τέλη Απριλίου έως τον Οκτώβριο, εξασφαλίζοντας συνεχή προσφορά προς τις ευρωπαϊκές αγορές.

Η εποχική προσφορά έχει φθάσει στο υψηλότερο σημείο της και στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, με αποτέλεσμα την υποχώρηση των τιμών χονδρικής.

Ανάλογη πτώση τιμών καταγράφηκε τον Ιούλιο και στο Ουζμπεκιστάν, ενώ η παραγωγή και οι εξαγωγές στην Τουρκία και το Ιράν παρέμειναν σταθερές.

Ιδιαίτερα αισθητή είναι η υποχώρηση των τιμών στην Ουκρανία. Στη χονδρεμπορική αγορά Stolichnyi του Κιέβου, καρπούζια της ποικιλίας Luzitana F1, προερχόμενα από την Τσορνομπάιβκα της Χερσώνας, πωλούνται προς 11 χρίβνια το κιλό στη χονδρική και 12 χρίβνια στη λιανική.

Μόλις πέντε ημέρες νωρίτερα, οι τιμές χονδρικής για τα πρώιμα καρπούζια κυμαίνονταν μεταξύ 15 και 17 χρίβνια το κιλό.

Παράγοντες της αγοράς ανέμεναν περαιτέρω υποχώρηση, καθώς αυξάνονται οι ποσότητες καρπουζιών υπαίθριας καλλιέργειας που διοχετεύονται στην αγορά. Παραγωγοί στην περιοχή της Χερσώνας εκτιμούσαν ότι οι τιμές παραγωγού θα μπορούσαν να μειωθούν περίπου στα 10 χρίβνια το κιλό.

Για λόγους σύγκρισης, κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου του 2025, τα καρπούζια στην Ουκρανία πωλούνταν περίπου προς 25 χρίβνια το κιλό.

Η αυξημένη φετινή προσφορά τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ουκρανία έχει οδηγήσει τις τιμές σε επίπεδα σχεδόν κατά 50% χαμηλότερα σε σύγκριση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.