Ευρώπη: Οι τιμές πέφτουν, το κόστος μένει και οι αγρότες πατούν φρένο

Το κόστος αγροτικών εισροών στην Ευρώπη πιέζει τα περιθώρια των παραγωγών και μεταθέτει τις αγορές λιπασμάτων προς τη νέα σπορά.

Οι Ευρωπαίοι αγρότες περιορίζουν και μεταθέτουν τις αγορές λιπασμάτων, φυτοπροστατευτικών προϊόντων και άλλων εισροών, καθώς οι χαμηλές τιμές παραγωγού αφήνουν όλο και μικρότερο περιθώριο για τη νέα καλλιεργητική περίοδο. Η πίεση αναμένεται να γίνει εντονότερη κατά τον σχεδιασμό των σπορών του 2027.

Το κόστος αγροτικών εισροών στην Ευρώπη δεν υποχωρεί με τον ίδιο ρυθμό που μειώνονται οι τιμές των προϊόντων. Αυτό αναγκάζει τους παραγωγούς να αγοράζουν πιο κοντά στην εφαρμογή, να περιορίζουν τις προπαραγγελίες και να επιλέγουν αυστηρότερα ποιες δαπάνες μπορούν πραγματικά να προστατεύσουν τη σοδειά.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές που εισέπραξαν οι αγρότες στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 2,9% σε ετήσια βάση. Στα σιτηρά η πτώση έφθασε το 11,7% και στο γάλα το 15,5%. Την ίδια περίοδο, οι τιμές των λιπασμάτων και των βελτιωτικών εδάφους αυξήθηκαν κατά 6,6%. Είναι η ίδια ανισορροπία που είχε αναδείξει το Agrocapital στο ρεπορτάζ «Το λίπασμα ανεβαίνει πιο γρήγορα από τη σοδειά».

Η εξέλιξη επηρεάζει και τις επιχειρήσεις αγροτικών εφοδίων. Οι μικρότερες και καθυστερημένες παραγγελίες δυσκολεύουν την πρόβλεψη της ζήτησης, ενώ η διατήρηση αποθεμάτων γίνεται ακριβότερη. Οι παραγωγοί αναζητούν φθηνότερες επιλογές, γενόσημα φυτοπροστατευτικά και πιο στοχευμένες εφαρμογές, αποφεύγοντας δαπάνες που δεν συνδέονται άμεσα με την απόδοση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η προσιτότητα των λιπασμάτων έχει επιστρέψει στα δύσκολα επίπεδα του 2022. Για την αντιμετώπιση της πίεσης προωθεί το ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα και έκτακτη στήριξη 540 εκατ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, στην Ελλάδα αναλογούν 20,8 εκατ. ευρώ.

Ανάλογη πίεση καταγράφεται στις ΗΠΑ, όπου οι προβλέψεις του USDA δείχνουν ότι το κόστος παραγωγής για καλαμπόκι, σόγια και σιτάρι θα παραμείνει υψηλό έως το 2027. Στην Ευρώπη, όμως, η εξάρτηση των λιπασμάτων από την ενέργεια και τις εισαγόμενες πρώτες ύλες κάνει την αγορά ακόμη πιο ευάλωτη.