Η Ευρώπη επιστρατεύει κατσίκες και πρόβατα για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών

Η ελεγχόμενη βόσκηση κερδίζει έδαφος ως μέσο δημιουργίας φυσικών αντιπυρικών ζωνών

Στην αξιοποίηση της κτηνοτροφίας για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών στρέφονται ολοένα και περισσότερες ευρωπαϊκές περιφέρειες, καθώς οι κατσίκες, τα πρόβατα και άλλα ζώα μπορούν να περιορίσουν τη χαμηλή βλάστηση που λειτουργεί ως καύσιμη ύλη.

Σύμφωνα με το Politico, η πρακτική της ελεγχόμενης βόσκησης για τη δημιουργία φυσικών αντιπυρικών ζωνών έχει λάβει φέτος την επίσημη υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των εκπροσώπων των αγροτικών οργανώσεων. Έρευνες έχουν αποδώσει στη βόσκηση σημαντικό ρόλο στον περιορισμό της εξάπλωσης πυρκαγιών σε περιοχές της Ισπανίας, όπως η Εστρεμαδούρα, η Ανδαλουσία και η Βαλένθια.

Παρά τη χαμηλή τεχνολογική απαίτηση της μεθόδου, η εφαρμογή της έχει σημαντικό κόστος, καθώς οι κτηνοτρόφοι εξαρτώνται συχνά από κρατικές επιδοτήσεις για να διατηρήσουν βιώσιμη τη δραστηριότητά τους. Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι οι διαθέσιμοι πόροι εξακολουθούν να κατευθύνονται κυρίως στην κατάσβεση και λιγότερο στην πρόληψη.

«Με τον ίδιο τρόπο που κατανοούμε την ανάγκη χρηματοδότησης των πυροσβεστών, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε το έργο που επιτελούν οι κτηνοτρόφοι», δήλωσε ο Τζόρντι Βεντρέλ, επικεφαλής του ισπανικού ιδρύματος Pau Costa, το οποίο μελετά τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών.

Η εγκατάλειψη των αγροτικών εκτάσεων θεωρείται ένας από τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο. Οι εκτάσεις καλύπτονται σταδιακά από θάμνους που ξεραίνονται ή μετατρέπονται σε ομοιογενείς δασικές περιοχές, οι οποίες είναι περισσότερο ευάλωτες στη φωτιά.

Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο Copernicus, οι μεγαλύτερες πυρκαγιές που πλήττουν την Ευρώπη εκδηλώνονται σε περιοχές όπου τα δάση και οι θαμνώδεις εκτάσεις σχηματίζουν μεγάλα και συνεχόμενα τοπία.

Ωστόσο, η ύπαρξη άφθονης φυσικής τροφής δεν αρκεί για να προσελκύσει νέους στην αιγοπροβατοτροφία. Ο Χοσέ Μαρία Καστίγια, εκπρόσωπος της ισπανικής αγροτικής οργάνωσης ASAJA, εκτίμησε ότι είναι «αδύνατο» να στραφούν νέοι άνθρωποι στην εκτροφή αιγών, εάν η δραστηριότητα δεν καταστεί οικονομικά βιώσιμη.

Όπως υποστήριξε, απαιτείται ειδικό ευρωπαϊκό ταμείο, με λογική αντίστοιχη εκείνης που ακολουθήθηκε κατά την αντιμετώπιση της πανδημίας.

«Ορισμένοι λένε ότι οι αγρότες που ζουν κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία πρέπει να λαμβάνουν περισσότερα χρήματα, καθώς αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας», ανέφερε. Η προστασία που προσφέρουν οι κτηνοτρόφοι σε εκτάσεις υψηλού κινδύνου, πρόσθεσε, «είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα».

Το παράδειγμα της Καταλονίας

Ως πιθανό πρότυπο εφαρμογής παρουσιάζεται το πρόγραμμα Fire Flocks στην Καταλονία, το οποίο συνδυάζει την πρόληψη των πυρκαγιών με την εμπορική κτηνοτροφική δραστηριότητα.

Με χρηματοδότηση της τοπικής κυβέρνησης και ευρωπαϊκών αγροτικών πόρων, κτηνοτρόφοι οδηγούν κατσίκες και πρόβατα σε συγκεκριμένες δασικές εκτάσεις υψηλού κινδύνου, τις οποίες υποδεικνύουν οι περιφερειακές πυροσβεστικές υπηρεσίες.

Τα τυριά και τα γιαούρτια που παράγονται από τις συγκεκριμένες εκμεταλλεύσεις διατίθενται με ειδική σήμανση, ώστε οι καταναλωτές να γνωρίζουν ότι στηρίζουν και μια δράση πρόληψης πυρκαγιών.

Σε άλλες περιοχές της Ισπανίας χρησιμοποιούνται επίσης βοοειδή και άλογα. Στην περιοχή Κούσο, μάλιστα, υπάρχει λίστα αναμονής δύο μηνών για την αγορά κρέατος από βοοειδή που συμμετέχουν σε ανάλογη δράση, με τιμή 10 ευρώ το κιλό.

«Τα δάση και οι άλλες αγροτικές περιοχές διαχειρίζονταν στο παρελθόν στο πλαίσιο οικονομικών δραστηριοτήτων που σήμερα δεν είναι πλέον κερδοφόρες», δήλωσε ο Βεντρέλ. «Επομένως, δεν υπάρχουν πραγματικά κίνητρα για τη φροντίδα τους».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει τη βόσκηση ως έναν τρόπο με τον οποίο η κτηνοτροφία μπορεί να συμβάλει στην προσαρμογή των κοινωνιών στην κλιματική αλλαγή και όχι μόνο ως πηγή περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.

Σε ανακοίνωσή της για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών τον Μάρτιο, η Επιτροπή συμπεριέλαβε τη βόσκηση μεταξύ των διαθέσιμων μέτρων, θέση που επανέλαβε και στη νέα στρατηγική της για την ευρωπαϊκή κτηνοτροφία.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές της πρακτικής θεωρούν ότι η εφαρμογή των σχετικών κατευθύνσεων παραμένει περιορισμένη.

Το Ευρωπαϊκό Συμβουλευτικό Συμβούλιο Επιστημονικών Ακαδημιών είχε επικρίνει την ΕΕ για την «υπερβολική έμφαση στην καταστολή των πυρκαγιών και στην αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών», αντί για συστηματικές παρεμβάσεις στη διαχείριση του τοπίου.

Στις συστάσεις του περιέλαβε την κτηνοτροφική βόσκηση μεταξύ των βασικών εργαλείων που έχουν «αποδειχθεί αποτελεσματικά στη μείωση του μεγέθους και της έντασης των δασικών πυρκαγιών».

Εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική χρηματοδοτεί σειρά μέτρων διαχείρισης του κινδύνου πυρκαγιάς, μεταξύ των οποίων η βόσκηση και η κατασκευή δασικών δρόμων που λειτουργούν και ως αντιπυρικές ζώνες.

Στη νέα ΚΑΠ, η οποία θα εφαρμοστεί από το 2028, η Επιτροπή σχεδιάζει μια «μεταβατική πληρωμή» για αγρότες, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη στήριξη όσων επιλέγουν να στραφούν στην κτηνοτροφία. Παράλληλα, επεξεργάζεται μαζί με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων χρηματοδοτικό σχήμα για επενδύσεις στον κτηνοτροφικό τομέα.

Δεν αποτελεί τη μοναδική λύση

Στη Μαδρίτη, μία από τις περιφέρειες που έχουν πληγεί περισσότερο από τις πυρκαγιές, η τοπική κυβέρνηση σχεδιάζει την ανάπτυξη ζώων σε δασική περιοχή 3.700 εκταρίων, με κόστος 800.000 ευρώ. Ωστόσο, οι πρόσφατες πυρκαγιές έχουν ήδη καταστρέψει 27.000 εκτάρια μόνο στη συγκεκριμένη περιφέρεια.

Ο Τζο ΜακΝόρτον, ο οποίος παρακολουθεί τις πυρκαγιές μέσω του Copernicus, υποστηρίζει τις δράσεις βόσκησης, επισημαίνοντας όμως ότι σε ακραίες συνθήκες μπορεί να μην είναι επαρκείς.

«Υπό σοβαρές συνθήκες, παράγοντες όπως οι ισχυροί άνεμοι μπορούν να μεταφέρουν αναμμένα κάρβουνα μπροστά από το κύριο μέτωπο της φωτιάς, επιτρέποντας στις πυρκαγιές να ξεπεράσουν τα κενά», δήλωσε.

Ο Ουρμπάνο Φρα Πάλεο, από το Πανεπιστήμιο της Εστρεμαδούρας, σημείωσε ότι η βόσκηση δεν πρέπει να θεωρείται η μοναδική λύση, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να παρακαμφθεί, καθώς χωρίς τα ζώα η χαμηλή βλάστηση θα συνεχίζει να αναπτύσσεται.

«Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων δεν το κατανοούν αυτό», ανέφερε. «Σκέφτονται μόνο τη διαχείριση της πυρκαγιάς όταν εκδηλωθεί και όχι τη διαχείριση του τοπίου».