Το ανθρακικό αποτύπωμα αποκτά σταδιακά την ίδια βαρύτητα με την τιμή και το κόστος μεταφοράς
Νέα δεδομένα για τους εξαγωγείς αγροτικών προϊόντων δημιουργεί σταδιακά ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γνωστός ως CBAM, καθώς οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξετάζουν πλέον όχι μόνο την τιμή των εισαγόμενων προϊόντων, αλλά και τις εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή και τη μεταφορά τους.
Παρότι τα σιτηρά, οι ελαιούχοι σπόροι και τα φυτικά έλαια δεν υπάγονται άμεσα, επί του παρόντος, στον μηχανισμό, η επίδρασή του γίνεται ήδη αισθητή στον αγροδιατροφικό τομέα και στις εμπορικές σχέσεις με προμηθευτές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο CBAM σχεδιάστηκε ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα να επιβαρύνονται με κόστος άνθρακα αντίστοιχο με εκείνο που καταβάλλουν οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ.
Όταν ένα προϊόν που παράγεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται με υψηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ο εισαγωγέας μπορεί να κληθεί να καλύψει τη διαφορά ανάμεσα στην τιμή άνθρακα που έχει ήδη καταβληθεί στη χώρα προέλευσης και στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή τιμή.
Σήμερα, ο μηχανισμός καλύπτει προϊόντα και κλάδους όπως ο χάλυβας, το τσιμέντο, το αλουμίνιο, τα λιπάσματα, η ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο.
Η εφαρμογή του, ωστόσο, επηρεάζει έμμεσα και τη γεωργία. Η επιβάρυνση των λιπασμάτων μπορεί να αυξήσει το κόστος παραγωγής, ενώ οι υψηλότερες τιμές του χάλυβα επηρεάζουν τον αγροτικό μηχανολογικό εξοπλισμό, τις αποθήκες σιτηρών και άλλες υποδομές.
Ανοδικές πιέσεις αναμένεται να ασκούνται σταδιακά και στο κόστος μεταφορών και εφοδιαστικής, ενώ τα βιοκαύσιμα αποκτούν πρόσθετο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ορυκτών καυσίμων.
Έλεγχος σε όλη την αλυσίδα
Οι ευρωπαϊκές μεταποιητικές επιχειρήσεις δίνουν πλέον μεγαλύτερη προσοχή στις περιβαλλοντικές επιδόσεις ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Για παράδειγμα, κατά την αγορά ουκρανικής ελαιοκράμβης, δεν εξετάζονται μόνο η εμπορική τιμή, τα ναύλα και το ασφαλιστικό κόστος, αλλά και οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που έχουν παραχθεί κατά την καλλιέργεια, τη συγκομιδή και τη διακίνηση του προϊόντος.
Ως αποτέλεσμα, πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες ζητούν ήδη από τους προμηθευτές τους στοιχεία για το ανθρακικό αποτύπωμα των προϊόντων και της παραγωγικής διαδικασίας.
Ζητούνται επίσης δεδομένα για τις άμεσες και έμμεσες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, οι οποίες κατατάσσονται στις κατηγορίες Scope 1, Scope 2 και, σε ορισμένες περιπτώσεις, Scope 3.
Το Scope 1 αφορά τις άμεσες εκπομπές από τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης, ενώ το Scope 2 συνδέεται με την ενέργεια που καταναλώνεται. Το Scope 3 καλύπτει ευρύτερες έμμεσες εκπομπές σε όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Πίεση για επενδύσεις
Σύμφωνα με αναλυτές, η αύξηση του κόστους που συνδέεται με τον CBAM αντανακλά συνήθως την άνοδο των τιμών των ευρωπαϊκών δικαιωμάτων εκπομπών, τις πρόσθετες επιβαρύνσεις στις εισαγωγές και τη μείωση της ανταγωνιστικότητας προϊόντων με υψηλό ανθρακικό αποτύπωμα.
Οι νέες συνθήκες ωθούν παραγωγούς και μεταποιητικές επιχειρήσεις να επενδύσουν περισσότερο στην ενεργειακή αποδοτικότητα, στη μείωση των εκπομπών και στην ανάπτυξη αξιόπιστων συστημάτων περιβαλλοντικής καταγραφής.
Για τους εξαγωγείς αγροτικών προϊόντων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ανταγωνιστικότητα δεν θα εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την τιμή FOB, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες ή το κόστος μεταφοράς.
Η αποδοτικότητα ως προς τις εκπομπές άνθρακα, η αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών παραγωγής και η δυνατότητα τεκμηρίωσης των περιβαλλοντικών επιδόσεων κάθε προϊόντος αναμένεται να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Οι επιχειρήσεις που θα μπορούν να παρέχουν αξιόπιστα και επαληθεύσιμα στοιχεία για το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα θα βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση στις διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους αγοραστές.
Αντίθετα, παραγωγοί και εξαγωγείς που δεν διαθέτουν συστήματα μέτρησης και πιστοποίησης των εκπομπών τους ενδέχεται να αντιμετωπίσουν υψηλότερο κόστος, δυσκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και αυξημένες πιέσεις στις τιμές των προϊόντων τους.