Οι παραγωγοί προβάλλουν τις εργαστηριακές αναλύσεις, ενώ οι ειδικοί συνιστούν ισορροπία ανάμεσα στα οφέλη για την υγεία και στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά
Νέα τάση διαμορφώνεται στην αγορά του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου, καθώς ολοένα και περισσότεροι παραγωγοί ανταγωνίζονται ως προς την περιεκτικότητα των προϊόντων τους σε πολυφαινόλες, προβάλλοντας στις ετικέτες τα αποτελέσματα εργαστηριακών αναλύσεων.
Η αυξανόμενη ενημέρωση των καταναλωτών για τα πιθανά οφέλη του ελαιολάδου στην υγεία έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον για προϊόντα με υψηλές συγκεντρώσεις πολυφαινολών. Στην αγορά εμφανίζονται πλέον ελαιόλαδα με περιεκτικότητα από 500 έως και περισσότερα από 2.000 mg ανά κιλό.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει τη χρήση ισχυρισμού υγείας σχετικά με την προστασία των λιπιδίων του αίματος από το οξειδωτικό στρες, όταν το ελαιόλαδο περιέχει τουλάχιστον 250 mg ανά κιλό υδροξυτυροσόλης.
Ωστόσο, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ένα καθολικά αποδεκτό πρότυπο που να ορίζει ποια συγκέντρωση μπορεί να θεωρηθεί «υψηλή». Ο Ιταλός παραγωγός Arsenio θεωρεί ως βέλτιστο εύρος τα 400 έως 500 mg ανά κιλό, ενώ παραγωγός από τη Σλοβενία έχει φθάσει περίπου τα 1.500 mg ανά κιλό και επιδιώκει να ξεπεράσει τα 5.000 mg.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν, πάντως, ότι η συνεχής αύξηση της περιεκτικότητας σε πολυφαινόλες δεν συνεπάγεται απαραίτητα και μεγαλύτερα οφέλη για την υγεία. Σύμφωνα με ερευνητές, ακόμη και ελαιόλαδο με συγκέντρωση περίπου 150 mg ανά κιλό μπορεί να έχει θετική επίδραση, ενώ δεν υπάρχουν προς το παρόν επαρκή στοιχεία ότι οι εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις προσφέρουν πρόσθετα οφέλη.
Η σύγκριση μεταξύ των προϊόντων δυσχεραίνεται και από τις διαφορές στις μεθόδους εργαστηριακής μέτρησης, καθώς δεν εφαρμόζονται ενιαία και τυποποιημένα πρωτόκολλα ανάλυσης.
Παράλληλα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι υπερβολικά υψηλές συγκεντρώσεις πολυφαινολών μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη γεύση του ελαιολάδου. Ορισμένα προϊόντα με περιεκτικότητα άνω των 800 mg ανά κιλό χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα πικρά και πικάντικα, με αποτέλεσμα να προσεγγίζουν περισσότερο τη χρήση συμπληρώματος διατροφής παρά ενός προϊόντος καθημερινής μαγειρικής.
Υπάρχουν, ωστόσο, παραγωγοί που καταφέρνουν να συνδυάσουν υψηλή περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες με καλά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Η αλβανική Donika Olive Oil, για παράδειγμα, έχει αποσπάσει διεθνείς διακρίσεις για ελαιόλαδα που συνδυάζουν υψηλές συγκεντρώσεις με καλή γευστική ποιότητα.
Η συγκεκριμένη αγορά επεκτείνεται πλέον και πέρα από τον χώρο των τροφίμων. Ελαιόλαδα με περισσότερα από 1.500 mg πολυφαινολών ανά κιλό διατίθενται ακόμη και σε μορφή κάψουλας, ενώ ορισμένες επιχειρήσεις εξάγουν φαινολικές ενώσεις από τον ελαιοπυρήνα για ξεχωριστή εμπορική αξιοποίηση.
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν, ωστόσο, την εμπειρία από τα αντιοξειδωτικά συμπληρώματα της δεκαετίας του 1990. Μεταγενέστερες μελέτες είχαν δείξει ότι οι υψηλές δόσεις δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματικές και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσαν να συνδεθούν ακόμη και με κινδύνους για την υγεία.
Πρόσθετη πρόκληση αποτελεί η διατήρηση της περιεκτικότητας σε πολυφαινόλες κατά τη μεταφορά και την αποθήκευση. Η έκθεση στο φως και στη θερμότητα, καθώς και η πάροδος του χρόνου, μειώνουν σταδιακά τη συγκέντρωσή τους.
Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί συνιστούν η περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες να αξιολογείται ως ένας από τους δείκτες ποιότητας του ελαιολάδου και όχι ως το μοναδικό ή κυρίαρχο κριτήριο για τα οφέλη του στην υγεία.