Πάνω από τον μέσο όρο της πενταετίας αναμένονται οι αποδόσεις σε σιτάρι, κριθάρι και ελαιοκράμβη
Θετικές παραμένουν οι προοπτικές για την παραγωγή σιτηρών και ελαιούχων σπόρων στη Ρουμανία το 2026, παρά τις συνθήκες ξηρασίας, σύμφωνα με την υπηρεσία παρακολούθησης καλλιεργειών MARS της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η Ρουμανία αποτελεί μία από τις λίγες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου οι αναμενόμενες αποδόσεις εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο. Καθοριστική θεωρείται η επαρκής υγρασία του εδάφους που δημιουργήθηκε μετά τις βροχοπτώσεις του πρώτου δεκαπενθημέρου του Ιουνίου.
Η μέση απόδοση του σιταριού προβλέπεται στους 5,31 τόνους ανά εκτάριο. Η επίδοση είναι χαμηλότερη από τους 5,65 τόνους του 2025, αλλά αισθητά υψηλότερη από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, που ανέρχεται στους 4,55 τόνους ανά εκτάριο.
Αντίστοιχα, η απόδοση του χειμερινού κριθαριού εκτιμάται στους 5,26 τόνους ανά εκτάριο και της ελαιοκράμβης στους 3,08 τόνους, με τις δύο καλλιέργειες να διατηρούνται πάνω από τους μακροχρόνιους μέσους όρους.
Περισσότερο ευάλωτες παραμένουν οι ανοιξιάτικες καλλιέργειες, καθώς το καλαμπόκι και ο ηλίανθος δέχονται πιέσεις από την περιορισμένη εδαφική υγρασία και τις υψηλές θερμοκρασίες. Ωστόσο, οι αποδόσεις τους αναμένεται να ξεπεράσουν τα περσινά επίπεδα.
Για το καλαμπόκι προβλέπεται μέση απόδοση 4,03 τόνων ανά εκτάριο, έναντι 3,94 τόνων το 2025, ενώ για τον ηλίανθο η απόδοση εκτιμάται στους 1,91 τόνους, από 1,71 τόνους έναν χρόνο νωρίτερα.
Αντίθετη είναι η εικόνα στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι παρατεταμένες ξηρές συνθήκες και οι καύσωνες στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη έχουν επιδεινώσει τις προοπτικές των καλλιεργειών.
Η MARS περιόρισε την πρόβλεψή της για τη μέση απόδοση του μαλακού σιταριού στην ΕΕ στους 5,88 τόνους ανά εκτάριο, από 6 τόνους προηγουμένως. Η εκτίμηση για την ελαιοκράμβη μειώθηκε επίσης στους 3,14 τόνους, από 3,18 τόνους ανά εκτάριο.
Καθώς οι προοπτικές εξασθενούν σε μεγάλο μέρος της ΕΕ, η Ρουμανία διατηρεί τη θέση της μεταξύ των πιο ανθεκτικών παραγωγών σιτηρών και ελαιούχων σπόρων. Η τελική εικόνα της παραγωγής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες του Αυγούστου και των αρχών του φθινοπώρου, οι οποίες θα καθορίσουν τις αποδόσεις των ανοιξιάτικων καλλιεργειών.