Η παραγωγή γιαουρτιού επιταχύνεται στην Ελλάδα, ενώ οι παραδόσεις αγελαδινού γάλακτος μένουν πίσω. Τι αποκαλύπτουν για το 2026 τα στοιχεία της Eurostat.
Του Γ. Παπαδόπουλου
Η παραγωγή γιαουρτιού 2026 και λοιπών όξινων γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 26,8% στο πρώτο εξάμηνο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Την ίδια ώρα, οι παραδόσεις νωπού αγελαδινού γάλακτος προς τις γαλακτοβιομηχανίες ενισχύθηκαν μόλις κατά 1,6%, δείχνοντας ότι η μεταποίηση κινείται πολύ ταχύτερα από την εγχώρια παραγωγή πρώτης ύλης.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στη νέα μηνιαία σειρά της Eurostat, η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 20 Αυγούστου 2026 και καλύπτει την παραγωγή έως τον Ιούνιο. Για τους αγελαδοτρόφους, η εικόνα έχει διπλή ανάγνωση: η ζήτηση της βιομηχανίας για προϊόντα ζύμωσης ενισχύεται, αλλά η παραγωγική αυτή ανάπτυξη δεν αποδεικνύει από μόνη της αντίστοιχη αύξηση των τιμών ή του εισοδήματος στη μονάδα.
Σύμφωνα με τους , η ελληνική παραγωγή στην κατηγορία «γιαούρτια και άλλα όξινα γαλακτοκομικά» ανήλθε σε 131.300 τόνους το διάστημα Ιανουαρίου–Ιουνίου 2026. Στο αντίστοιχο εξάμηνο του 2025 είχε διαμορφωθεί σε 103.550 τόνους.
Μόνο τον Ιούνιο παρήχθησαν 24.290 τόνοι, έναντι 19.540 τόνων τον Ιούνιο του 2025. Η ετήσια αύξηση του μήνα υπολογίζεται σε 24,3%, επιβεβαιώνοντας ότι η άνοδος δεν περιορίστηκε σε μία σύντομη διακύμανση στην αρχή της χρονιάς.
Η κατηγορία της Eurostat περιλαμβάνει το γιαούρτι μαζί με άλλα ζυμωμένα ή όξινα προϊόντα αγελαδινού γάλακτος. Συνεπώς, τα στοιχεία δεν επιτρέπουν τον διαχωρισμό ανάμεσα στο παραδοσιακό ελληνικό γιαούρτι, στο στραγγιστό, στα επιδόρπια ή σε άλλες επιμέρους κατηγορίες. Αποτυπώνουν, όμως, καθαρά τη σημαντική αύξηση της συνολικής μεταποιητικής δραστηριότητας.
Η εικόνα στο νωπό αγελαδινό γάλα είναι σαφώς ηπιότερη. Οι παραδόσεις προς τις γαλακτοβιομηχανίες ανήλθαν σε 322.440 τόνους στο πρώτο εξάμηνο του 2026, από 317.270 τόνους ένα χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για αύξηση μόλις 1,6%. Τον Ιούνιο, μάλιστα, οι παραδόσεις υποχώρησαν οριακά στους 50.520 τόνους, από 50.830 τόνους τον ίδιο μήνα του 2025.
Παράλληλα, η παραγωγή γάλακτος κατανάλωσης μειώθηκε κατά 2,8% στο εξάμηνο, στους 164.860 τόνους. Αντίθετα, η παραγωγή τυριών αποκλειστικά από αγελαδινό γάλα αυξήθηκε περίπου κατά 9,1%, από 17.210 σε 18.780 τόνους.
Οι τέσσερις αυτές μεταβολές σκιαγραφούν μια σαφή αλλαγή στο μείγμα της παραγωγής: περιορισμένη αύξηση της διαθέσιμης εγχώριας πρώτης ύλης, κάμψη στο γάλα κατανάλωσης και πολύ ισχυρότερη ανάπτυξη στα προϊόντα ζύμωσης και στα αγελαδινά τυριά.
Για τον παραγωγό, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μεταφέρεται αυτή η δυναμική στην αλυσίδα αξίας. Η αυξημένη παραγωγή γιαουρτιού μπορεί να ενισχύει τη ζήτηση για γάλα, αλλά δεν αποκαλύπτει πόση πρώτη ύλη προήλθε από την εγχώρια αγορά, ποιο μέρος της παραγωγής κατευθύνθηκε στις εξαγωγές ή με ποιους όρους έγιναν οι αγορές από τις κτηνοτροφικές μονάδες.
Δεν προκύπτει, επομένως, αυτομάτως ότι η άνοδος κατά 26,8% μεταφράστηκε σε αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματος των αγελαδοτρόφων. Για να τεκμηριωθεί κάτι τέτοιο χρειάζεται συνεξέταση των τιμών παραγωγού, των συμβολαίων, του κόστους ζωοτροφών και ενέργειας, καθώς και της συμμετοχής της εισαγόμενης πρώτης ύλης.
Το νέο στοιχείο είναι ότι η γαλακτοβιομηχανία διευρύνει γρήγορα την παραγωγή προϊόντων ζύμωσης, χωρίς ανάλογη αύξηση στις ελληνικές παραδόσεις αγελαδινού γάλακτος. Αυτή η απόσταση αποτελεί πλέον τον βασικό δείκτη που πρέπει να παρακολουθείται: αν η αναπτυσσόμενη αγορά θα ενισχύσει τελικά την εγχώρια κτηνοτροφική βάση ή αν η μεταποίηση θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από αυτήν.
Οι εξαμηνιαίες μεταβολές αποτελούν υπολογισμούς του Agrocapital βάσει των μηνιαίων στοιχείων της Eurostat, σε χιλιάδες τόνους.