Σε συναγερμό οι κτηνιατρικές αρχές μετά τη μόλυνση θαλάσσιου λύκου στη Νότια Αυστραλία, ενώ η εμπορική πτηνοτροφία παραμένει προς το παρόν αλώβητη
Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Αυστραλία κατέγραψε κρούσμα της υψηλής παθογονικότητας γρίπης των πτηνών H5 σε θηλαστικό. Ο ιός εντοπίστηκε σε έναν μακρύρυγχο θαλάσσιο λύκο (είδος φώκιας/γουνοφόρου φώκιας) στην παραθαλάσσια περιοχή Beachport, στα νοτιοανατολικά της πολιτείας της Νότιας Αυστραλίας. Τα εργαστηριακά αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν από το Αυστραλιανό Κέντρο Ετοιμότητας για Ασθένειες (CSIRO), επιτείνοντας την ανησυχία για τη διασπορά του ιού πέρα από τον πληθυσμό των πτηνών.
Η εμφάνιση του ιού στο συγκεκριμένο θηλαστικό δεν θεωρείται εντελώς αναπάντεχη, καθώς το Beachport αποτελεί σημείο όπου πρόσφατα είχαν καταγραφεί μαζικά κρούσματα σε άγρια θαλασσοπούλια, όπως γλάροι και γλαρόνια. Σύμφωνα με τα διεθνή επιστημονικά δεδομένα, τα θαλάσσια θηλαστικά εκτίθενται στον ιό κυρίως μέσω της άμεσης επαφής με μολυσμένα πτηνά, της κατανάλωσης νεκρών ζώων ή της παραμονής σε μολυσμένα παράκτια οικοσυστήματα.
Παρά τη σοβαρότητα του ευρήματος, το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Δασοκομίας ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη μόλυνσης σε εμπορικές εκμεταλλεύσεις πουλερικών, ενώ ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία παραμένει χαμηλός. Για να προστατευθεί η εγχώρια παραγωγή κρέατος και αυγών, οι αρχές ζητούν την αυστηρή τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας, ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε επαφή των εκτρεφόμενων πτηνών με την άγρια πανίδα ή με μολυσμένο εξοπλισμό.
Παράλληλα, οι αυστραλιανές αρχές προχώρησαν σε αναθεώρηση του πρωτοκόλλου ενημέρωσης, καταγράφοντας πλέον τις μολύνσεις ανά «επιδημιολογικό επεισόδιο» και όχι ανά μεμονωμένο ζώο, εστιάζοντας σε κρίσιμες μεταβολές όπως η εμφάνιση του ιού σε νέα είδη ή περιοχές. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι ο εντοπισμός σε ένα θηλαστικό δεν συνεπάγεται απαραίτητα ενεργή μετάδοση μεταξύ θηλαστικών, ωστόσο συστήνεται στους πολίτες να αποφεύγουν κάθε επαφή με άρρωστα ή νεκρά άγρια ζώα.