Ρεκόρ εισαγωγών στην ΕΕ με άνοδο 12,8% – Αυξήσεις σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά και καφέ, ενώ υποχωρεί το βιολογικό ελαιόλαδο
Σε νέο ιστορικό υψηλό ανήλθαν το 2025 οι εισαγωγές βιολογικών αγροδιατροφικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς ο συνολικός όγκος έφτασε τους 2,98 εκατ. τόνους, έναντι 2,64 εκατ. τόνων το προηγούμενο έτος.
Η αύξηση κατά 12,8% αποτελεί τη μεγαλύτερη επίδοση από το 2018, όταν ξεκίνησε η συστηματική καταγραφή των σχετικών στοιχείων μέσω του συστήματος TRACES, καταγράφοντας τη συνεχιζόμενη ενίσχυση της ζήτησης για βιολογικά προϊόντα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η άνοδος των εισαγωγών αφορά τις περισσότερες βασικές κατηγορίες προϊόντων. Ιδιαίτερη δυναμική παρουσίασαν τα φρούτα και τα λαχανικά, οι αροτραίες καλλιέργειες, τα φυτικά προϊόντα, ο καφές και τα σύνθετα παρασκευάσματα τροφίμων.
Αντίθετα, χαμηλότερες ήταν οι εισαγωγές βιολογικού κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και αλιευμάτων, γεγονός που δείχνει διαφορετικές τάσεις ανάμεσα στις κατηγορίες της αγοράς.
Τα φρούτα, τα λαχανικά και το ελαιόλαδο παρέμειναν η μεγαλύτερη κατηγορία εισαγωγών, καλύπτοντας το 45,5% του συνολικού όγκου. Οι εισαγωγές αυτής της ομάδας αυξήθηκαν κατά 8,8%, φτάνοντας τους 1,35 εκατ. τόνους.
Η άνοδος προήλθε κυρίως από τις μεγαλύτερες ποσότητες ξηρών καρπών από την Κίνα και την Τουρκία, πατάτας από την Αίγυπτο και βιολογικής μπανάνας από τον Ισημερινό.
Διαφορετική πορεία ακολούθησε το βιολογικό ελαιόλαδο, καθώς οι εισαγωγές του μειώθηκαν το 2025. Από τους συνολικά 212 χιλιάδες τόνους ελαιολάδου που εισήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι 34 χιλιάδες τόνοι αφορούσαν βιολογικό προϊόν.
Η Τυνησία παρέμεινε ο βασικός προμηθευτής της ευρωπαϊκής αγοράς, καθώς το 99% των εισαγόμενων ποσοτήτων βιολογικού ελαιολάδου προερχόταν από τη χώρα και αφορούσε κυρίως εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.
Σημαντική αύξηση παρουσίασαν επίσης οι εισαγωγές αροτραίων καλλιεργειών και φυτικών προϊόντων, οι οποίες αντιπροσώπευσαν το 39,3% του συνόλου. Η συγκεκριμένη κατηγορία αυξήθηκε κατά 15,5%, φτάνοντας τους 1,17 εκατ. τόνους.
Μεταξύ των επιμέρους προϊόντων, οι εισαγωγές ελαιούχων σπόρων και πρωτεϊνούχων καλλιεργειών αυξήθηκαν κατά 20,5%, ενώ ιδιαίτερα έντονη ήταν η άνοδος στις πίτες σόγιας, με αύξηση 39,4%. Παράλληλα, τα δημητριακά ενισχύθηκαν κατά 13,9% και το σιτάρι κατά 37,1%.
Ανοδική πορεία σημείωσαν και τα παρασκευάσματα δημητριακών, με αύξηση 10,8%, καθώς και η ζάχαρη, η οποία ενισχύθηκε κατά 5,7%.
Ιδιαίτερη ανάπτυξη παρουσίασαν οι εισαγωγές προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ο καφές, το τσάι, το κακάο και τα μπαχαρικά κατέγραψαν αύξηση 25,5%, φτάνοντας τους 287 χιλιάδες τόνους, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των εισαγωγών καφέ και κόκκων κακάο.
Ανοδικά κινήθηκαν επίσης οι εισαγωγές βιολογικού οίνου, ποτών και παρασκευασμάτων τροφίμων, με συνολική αύξηση 13% και όγκο 77 χιλιάδων τόνων. Ωστόσο, η κατηγορία του βιολογικού οίνου παρουσίασε πτώση 8,4%.
Σε επίπεδο χωρών εισόδου, η Ολλανδία διατήρησε τη θέση της ως βασική πύλη εισόδου βιολογικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, απορροφώντας το 36% των συνολικών εισαγωγών.
Ακολούθησαν η Γερμανία και η Ιταλία, με την τελευταία να καταγράφει αύξηση εισαγωγών κατά 26%. Σημαντική ενίσχυση παρουσίασαν επίσης η Γαλλία και η Δανία, ενώ η Πολωνία εισήλθε για πρώτη φορά στη δεκάδα των σημαντικότερων χωρών εισόδου.
Από την πλευρά των χωρών προέλευσης, ο Ισημερινός παρέμεινε στην πρώτη θέση, κυρίως λόγω των μεγάλων εξαγωγών βιολογικής μπανάνας προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Η Κίνα σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των βασικών προμηθευτών της ΕΕ, με σημαντική συμβολή από την άνοδο των εξαγωγών πίτας σόγιας. Παράλληλα, αυξημένες ήταν οι εισαγωγές από το Περού, τη Δομινικανή Δημοκρατία, το Τόγκο και την Κολομβία.
Αντίθετα, μειώθηκαν οι ποσότητες που εισήχθησαν από την Ουκρανία και την Τουρκία, ενώ το Πακιστάν αντικατέστησε το Ηνωμένο Βασίλειο στη δεκάδα των σημαντικότερων χωρών προέλευσης βιολογικών προϊόντων.
Τα στοιχεία του 2025 επιβεβαιώνουν ότι η ευρωπαϊκή αγορά βιολογικών προϊόντων συνεχίζει να αναπτύσσεται, με τις εισαγωγές να καλύπτουν αυξανόμενες ανάγκες σε κατηγορίες όπου η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για την κάλυψη της ζήτησης.