Κτηνοτροφία: Η Κύπρος βάζει στο τραπέζι σχέδιο 600 εκατ. ευρώ έως το 2038. Τι σχεδιάζει και ποιο είναι το αντίστοιχο ελληνικό σχέδιο;
Πόσες κτηνοτροφικές μονάδες θέλουμε να έχει η Ελλάδα το 2035; Πόσο μεγάλες και πόσο παραγωγικές πρέπει να είναι; Πού πρέπει να βρίσκονται; Ποιες αποστάσεις βιοασφάλειας πρέπει να τηρούν; Ποιος θα τις παρακολουθεί κτηνιατρικά; Πώς θα προστατευθούν οι ελληνικές φυλές; Και, κυρίως, ποιος θα βρίσκεται μέσα σε αυτές όταν αποχωρήσει η σημερινή γενιά των κτηνοτρόφων;
Αυτές οι ερωτήσεις δεν απαντώνται με μία αποζημίωση ανά ζώο.
Του Γ. Παπαδόπουλου
Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους ένα κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει μια μεγάλη κρίση στην κτηνοτροφία. Ο πρώτος είναι ο αναγκαίος και επείγων: να περιορίσει τη διασπορά μιας ζωονόσου, να θανατώσει όπου απαιτείται τα μολυσμένα ζώα, να αποζημιώσει τους παραγωγούς και, όταν περάσει ο άμεσος κίνδυνος, να επιχειρήσει να επαναφέρει την παραγωγή εκεί όπου βρισκόταν. Ο δεύτερος είναι δυσκολότερος, γιατί απαιτεί να τεθεί ένα πολύ πιο άβολο ερώτημα: αν, μετά από μια τόσο μεγάλη κρίση, αξίζει πράγματι η κτηνοτροφία να επιστρέψει ακριβώς εκεί όπου βρισκόταν ή αν πρέπει να ξανασχεδιαστεί.
Αυτό το δεύτερο ερώτημα επιχειρεί τώρα να ανοίξει η Κύπρος, μεταφέροντας τη συζήτηση από τη διαχείριση των συνεπειών του αφθώδους πυρετού στην επόμενη ημέρα ενός ολόκληρου παραγωγικού κλάδου. Η Ειδική Επιστημονική Επιτροπή υπό τον Σταύρο Μαλά παρέδωσε στον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη δύο εκθέσεις, από τις οποίες η πρώτη αφορά την επαναλειτουργία των μονάδων που επλήγησαν, ενώ η δεύτερη κοιτάζει πολύ μακρύτερα και επιχειρεί να περιγράψει πώς θα μπορούσε να είναι η κυπριακή κτηνοτροφία κατά την περίοδο 2027–2038.
Στο τραπέζι βρίσκεται ένα δωδεκαετές σχέδιο συνολικής επένδυσης 610,92 εκατ. ευρώ, το οποίο δεν έχει ακόμη εγκριθεί στο σύνολό του από την κυπριακή κυβέρνηση και επομένως δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως ήδη αποφασισμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης. Σύμφωνα με το αναλυτικό ρεπορτάζ του «Φιλελεύθερου», πρόκειται για ένα πρόγραμμα με ορίζοντα δώδεκα ετών, πάνω στο οποίο τώρα αρχίζουν οι πολιτικές αποφάσεις, η κοστολόγηση, η αναζήτηση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων και, κυρίως, η δύσκολη συζήτηση με τους ίδιους τους παραγωγούς.
Οι αριθμοί δείχνουν το εύρος της παρέμβασης που προτείνεται. Περίπου 372,2 εκατ. ευρώ κατευθύνονται στην ανασυγκρότηση της αιγοπροβατοτροφίας, 134 εκατ. ευρώ στην αγελαδοτροφία, 41 εκατ. ευρώ σε οριζόντιες δράσεις και 63,7 εκατ. ευρώ στην επιστημονική υποστήριξη, δημιουργώντας ένα πλαίσιο που δεν περιορίζεται στην αντικατάσταση των ζώων που χάθηκαν αλλά επιχειρεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργεί η κυπριακή ζωική παραγωγή τα επόμενα χρόνια.
Το πραγματικό ενδιαφέρον, άλλωστε, δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος της χρηματοδότησης, αλλά κυρίως σε όσα οι Κύπριοι αποφάσισαν να βάλουν στο τραπέζι για την επόμενη ημέρα. Νέες κτηνοτροφικές μονάδες, αναβάθμιση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, γενετική βελτίωση, οργανωμένες μονάδες πάχυνσης, τράπεζα σπέρματος και εμβρύων, εργαστήρια γάλακτος και κρέατος, εφαρμογές «έξυπνης» κτηνοτροφίας και ηλεκτρονικός φάκελος για κάθε εκμετάλλευση συνθέτουν ένα σχέδιο που επιχειρεί να παρέμβει συνολικά στον τρόπο με τον οποίο θα παράγεται, θα ελέγχεται και θα προστατεύεται η ζωική παραγωγή.
Στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας βρίσκεται η βιοασφάλεια, ίσως το δυσκολότερο κομμάτι της επόμενης ημέρας, επειδή δεν απαιτεί μόνο χρήματα και νέες υποδομές αλλά και αποφάσεις που αγγίζουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη σήμερα η κτηνοτροφία. Η επιτροπή δεν περιορίζεται στην πολιτικά ασφαλέστερη πρόταση για περισσότερες ενισχύσεις προς τους παραγωγούς, αλλά θέτει ευθέως ζήτημα χωροθέτησης των μονάδων και ελάχιστων αποστάσεων μεταξύ τους, φθάνοντας, σε περιοχές όπου η μεγάλη συγκέντρωση εκμεταλλεύσεων αυξάνει τον υγειονομικό κίνδυνο, ακόμη και στην πρόταση μετακίνησης ορισμένων μονάδων ή συνένωσης μικρότερων εκμεταλλεύσεων.
Πρόκειται για αποφάσεις που δύσκολα μπορούν να συζητηθούν με έναν κτηνοτροφικό κόσμο ο οποίος μόλις έχει χάσει ζώα, εισόδημα και, σε αρκετές περιπτώσεις, την παραγωγική βάση μιας ολόκληρης ζωής. Είναι, όμως, ακριβώς σε αυτό το σημείο που διαχωρίζεται η αποκατάσταση της ζημιάς από την πραγματική ανασυγκρότηση της παραγωγής, καθώς το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα επιστρέψουν ζώα στα άδεια μαντριά, αλλά αν οι νέες μονάδες πρέπει να δημιουργηθούν στην ίδια θέση, με την ίδια δομή και με τους ίδιους κανόνες που ίσχυαν πριν από την κρίση.
Κάπου εδώ η κυπριακή συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, η οποία έχει περάσει επίσης μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο για την κτηνοτροφία της, με πανώλη των μικρών μηρυκαστικών, ευλογιά των αιγοπροβάτων, αφθώδη πυρετό, θανατώσεις ζώων, περιορισμούς στις μετακινήσεις και σημαντικές απώλειες εισοδήματος. Η κρατική απάντηση ήταν αναγκαία και σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη, με έκτακτα μέτρα, αποζημιώσεις, ενισχύσεις και προσπάθειες ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου, όμως η εμπειρία των τελευταίων ετών επαναφέρει πλέον ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: αν μετά την αντιμετώπιση της ζημιάς υπάρχει ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την κτηνοτροφία που θέλει να έχει η Ελλάδα την επόμενη δεκαετία.
Τα ποσά που έχουν ήδη κινητοποιηθεί δείχνουν ότι η ελληνική πολιτεία δεν έχει μείνει αδρανής. Μόνο για την απώλεια εισοδήματος από τις ζωονόσους εγκρίθηκαν πρόσφατα 16,8 εκατ. ευρώ για 2.806 κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, ενώ στη Λέσβο, όπου ο αφθώδης πυρετός προκάλεσε μία από τις σοβαρότερες κτηνοτροφικές κρίσεις των τελευταίων ετών, έχει παρουσιαστεί σχέδιο οικονομικής στήριξης άνω των 7 εκατ. ευρώ για κτηνοτρόφους και τυροκομικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για παρεμβάσεις αναγκαίες για να μπορέσουν οι πληγέντες να σταθούν ξανά στα πόδια τους, αλλά από τη φύση τους απαντούν κυρίως στο κόστος της καταστροφής και όχι ακόμη στο πώς πρέπει να είναι οργανωμένος ο κλάδος μία δεκαετία αργότερα.
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων έχει ήδη μιλήσει για εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της κτηνοτροφίας, ενώ έχουν ενεργοποιηθεί ή προαναγγελθεί εργαλεία για αποζημιώσεις, ζωοτροφές, ανασύσταση κοπαδιών και επενδύσεις. Ταυτόχρονα, η τρίτη τροποποίηση του ελληνικού Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ προχώρησε σε ανακατανομή 349,14 εκατ. ευρώ, μεταφέροντας μεταξύ άλλων περισσότερους πόρους προς επενδύσεις, υποδομές, βιοασφάλεια και ευζωία των ζώων. Θα ήταν επομένως ανακριβές να υποστηριχθεί ότι στην Ελλάδα «δεν υπάρχει τίποτα». Ωστόσο, από τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει μέχρι σήμερα ένας αντίστοιχος ενιαίος, αναλυτικά κοστολογημένος και πολυετής οδικός χάρτης, με σαφείς στόχους, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και μετρήσιμα αποτελέσματα για την πορεία της ελληνικής κτηνοτροφίας σε βάθος δεκαετίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε ένα πρόγραμμα στήριξης και σε μια εθνική στρατηγική. Πόσες βιώσιμες κτηνοτροφικές μονάδες χρειάζεται η Ελλάδα; Πού πρέπει να βρίσκονται και ποιες προδιαγραφές βιοασφάλειας πρέπει να πληρούν; Πώς θα ενισχυθούν οι ελληνικές φυλές και η γενετική βελτίωση; Πώς θα οργανωθεί η κτηνιατρική επιτήρηση; Πώς θα μειωθεί η εξάρτηση από ακριβές αγοραζόμενες ζωοτροφές και, κυρίως, ποιος θα συνεχίσει να παράγει όταν αποχωρήσει η σημερινή γενιά κτηνοτρόφων; Πρόκειται για ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο με μία αποζημίωση ανά ζώο ή με την προκήρυξη ενός ακόμη επενδυτικού προγράμματος.
Η ελληνική κτηνοτροφία έχει, ασφαλώς, διαφορετικό μέγεθος και διαφορετικά χαρακτηριστικά από την κυπριακή, γι' αυτό και οποιαδήποτε απευθείας σύγκριση των δύο μοντέλων θα ήταν απλουστευτική. Στην Ελλάδα ο κλάδος έχει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό, παραγωγικό και κοινωνικό αποτύπωμα, στηρίζει σημαντικό τμήμα της περιφέρειας από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο έως τη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά, ενώ τροφοδοτεί μια μεταποιητική βιομηχανία που έχει δημιουργήσει προϊόντα με διεθνή αναγνώριση και ισχυρή εξαγωγική παρουσία, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη φέτα ΠΟΠ.
Ακριβώς γι' αυτό, όμως, το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο. Πίσω από την παραγωγική δυναμική του κλάδου παραμένουν προβλήματα που οι πρόσφατες ζωονόσοι δεν δημιούργησαν, αλλά έφεραν με βίαιο τρόπο στην επιφάνεια: οι ελλείψεις κτηνιάτρων, η γήρανση του παραγωγικού πληθυσμού, οι μικρές και κατακερματισμένες μονάδες, η εξάρτηση από αγοραζόμενες ζωοτροφές, το ενεργειακό κόστος, η χρόνια εκκρεμότητα των βοσκοτόπων, οι μεγάλες διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ εκμεταλλεύσεων και η περιορισμένη αξιοποίηση γενετικού υλικού και ψηφιακών δεδομένων.
Υπάρχει, όμως, ακόμη ένας λόγος για τον οποίο η κυπριακή περίπτωση αξίζει προσοχής και αυτός δεν είναι τα χρήματα, αλλά ο χρονικός ορίζοντας των δώδεκα ετών. Η κτηνοτροφία δεν αλλάζει μέσα σε μία δημοσιονομική χρήση ούτε μέσα σε μία κυβερνητική θητεία. Χρειάζονται χρόνια για να βελτιωθεί γενετικά ένα κοπάδι, να δημιουργηθούν νέες εγκαταστάσεις, να οργανωθούν αποτελεσματικές ζώνες βιοασφάλειας, να εκπαιδευτούν νέοι παραγωγοί, να στελεχωθούν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες και να αποδώσουν επενδύσεις που απαιτούν σημαντικό κεφάλαιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κύπρος έχει ήδη λύσει το πρόβλημά της. Το αντίθετο, καθώς το δυσκολότερο μέρος αρχίζει τώρα. Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσει ποιες από τις εισηγήσεις θα υιοθετήσει, από πού θα βρεθούν οι πόροι, ποια τμήματα μπορούν να χρηματοδοτηθούν από ευρωπαϊκά εργαλεία και, κυρίως, πώς θα εφαρμοστούν αλλαγές που ενδέχεται να απαιτήσουν μετακινήσεις μονάδων, συνενώσεις και νέους περιορισμούς. Μια επιστημονική έκθεση δεν είναι ακόμη αγροτική πολιτική και ένα ποσό πάνω στο χαρτί δεν είναι επένδυση μέχρι να χρηματοδοτηθεί και να υλοποιηθεί.
Η σημασία της κυπριακής πρωτοβουλίας βρίσκεται επομένως αλλού. Μετά την καταστροφή, η συζήτηση δεν σταμάτησε στο πόσα ζώα χάθηκαν και πόσα χρήματα πρέπει να καταβληθούν, αλλά προχώρησε στο πώς πρέπει να είναι οργανωμένος ο κλάδος όταν περάσει η κρίση. Η Κύπρος έβαλε έναν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα στην πολιτική συζήτηση, το 2038, και επιχείρησε να συνδέσει με αυτόν επενδύσεις, βιοασφάλεια, γενετική βελτίωση, επιστημονική υποστήριξη και ψηφιακή παρακολούθηση.
Ίσως αυτή να είναι και η συζήτηση που χρειάζεται περισσότερο σήμερα η Ελλάδα. Όχι μόνο πόσα ζώα θα αντικατασταθούν, πόσες αποζημιώσεις θα καταβληθούν και πότε θα μπορέσει μια πληγείσα μονάδα να ξαναλειτουργήσει, αλλά τι κτηνοτροφία θέλει να έχει η χώρα το 2035 ή το 2040 και ποια βήματα πρέπει να γίνουν από σήμερα για να φτάσει εκεί.
Γιατί κάποια στιγμή οι αποζημιώσεις θα πληρωθούν, οι απαγορεύσεις θα αρθούν και τα κοπάδια θα αρχίσουν να ξαναγεμίζουν. Τότε θα φανεί αν η κρίση αντιμετωπίστηκε μόνο ως μια ακόμη έκτακτη ανάγκη ή αν χρησιμοποιήθηκε ως αφετηρία για κάτι δυσκολότερο και ουσιαστικότερο
έναν πραγματικό σχεδιασμό για το μέλλον της ελληνικής ζωικής παραγωγής.
Διαβάστε αναλυτικά εδώ το δωδεκαετές σχέδιο ανασυγκρότησης της κυπριακής κτηνοτροφίας 2027-2038