OLAF: Η Ευρώπη βρήκε τα χρήματα- Τώρα πρέπει να τα πάρει πίσω

Έκθεση αποκαλύπτει το κενό ανάμεσα στις έρευνες, στις συστάσεις για δισεκατομμύρια ευρώ και στην πραγματική επιστροφή των κονδυλίων

Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναδεικνύει το αδύναμο σημείο του ευρωπαϊκού συστήματος κατά της απάτης. Οι έρευνες εντοπίζουν παρατυπίες και προσδιορίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ προς ανάκτηση. Η επιστροφή των χρημάτων, όμως, εξαρτάται συχνά από τις εθνικές αρχές, οι οποίες κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι αγροτικές επιδοτήσεις.

Του Γ. Μπακόλα

Το δύσκολο για την Ευρώπη δεν είναι πάντοτε να βρει πού χάθηκαν τα χρήματα ,αλλά όταν πρέπει να τα πάρει πίσω.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που αναδύεται από την πολυσέλιδη αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης, της OLAF. Το έγγραφο, εξετάζει όχι μόνο πόσες έρευνες πραγματοποιούνται, αλλά τι απομένει από αυτές όταν κλείσουν οι φάκελοι και αρχίσει η πραγματική διεκδίκηση των χρημάτων.

Η Επιτροπή κρίνει ότι η OLAF εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς προστασίας του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Παρά τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τη μεταφορά 47 θέσεων προσωπικού προς αυτήν, ο φόρτος εργασίας της δεν μειώθηκε. Αντιθέτως, έγινε πιο σύνθετος, καθώς τα ευρωπαϊκά κονδύλια κατανέμονται πλέον μέσα από περισσότερα προγράμματα, διαφορετικά μοντέλα διαχείρισης και νέους μηχανισμούς χρηματοδότησης.

Το 2024 η OLAF άνοιξε 230 νέες έρευνες και ολοκλήρωσε 246. Εξέδωσε συνολικά 301 συστάσεις, από τις οποίες οι 188 είχαν δημοσιονομικό χαρακτήρα. Την ίδια χρονιά εισηγήθηκε την ανάκτηση 871,5 εκατ. ευρώ και την αποτροπή αδικαιολόγητων δαπανών ακόμη 43,45 εκατ. ευρώ.

Στην τριετία 2022–2024, τα ποσά που προτάθηκαν προς ανάκτηση έφθασαν περίπου τα 4,3 δισ. ευρώ. Δεν αφορούν μόνο αγροτικές ενισχύσεις. Περιλαμβάνουν τελωνειακές υποθέσεις, έργα συνοχής, άμεσες χρηματοδοτήσεις, κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλες ευρωπαϊκές δαπάνες. Δείχνουν, όμως, το μέγεθος της απόστασης ανάμεσα στην απόφαση χρηματοδότησης και στον τελικό έλεγχο του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα χρήματα.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η αδυναμία του συστήματος. Η OLAF μπορεί να ερευνήσει, να ακολουθήσει τη διαδρομή των χρημάτων και να προτείνει την ανάκτησή τους. Δεν μπορεί να επιβάλει η ίδια την επιστροφή τους. Οι συστάσεις της δεν αποτελούν δεσμευτικές αποφάσεις και η υλοποίησή τους περνά στις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών.

Η έκθεση καταγράφει καθυστερήσεις που οφείλονται σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες, παραγραφές, αφερεγγυότητα των εμπλεκομένων και αδύναμους εθνικούς μηχανισμούς είσπραξης. Σε ορισμένες υποθέσεις, το ποσό που τελικά ανακτάται είναι χαμηλότερο από εκείνο που είχε προσδιορίσει η έρευνα. Σε άλλες, χρειάζονται χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο στα κονδύλια επιμερισμένης διαχείρισης, στα οποία περιλαμβάνονται και οι πόροι της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα χρήματα προέρχονται από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, αλλά οι πληρωμές και οι ανακτήσεις πραγματοποιούνται κυρίως από τις εθνικές διοικήσεις.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, όταν διαπιστώνεται μια παρατυπία, η επιστροφή προς την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να πραγματοποιηθεί αρχικά από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι απευθείας από εκείνον που έλαβε αδικαιολόγητα τα χρήματα. Στη συνέχεια, το κράτος πρέπει να αναζητήσει το ποσό από τον τελικό δικαιούχο.

Με απλά λόγια, μέχρι να εντοπιστεί και να πληρώσει ο πραγματικός υπεύθυνος, το βάρος μπορεί να περάσει προσωρινά στον φορολογούμενο. Και εάν η εθνική διαδικασία καθυστερήσει, προσκρούσει σε δικαστικές εμπλοκές ή οδηγηθεί σε παραγραφή, η αποτρεπτική ισχύς του ελέγχου περιορίζεται.

Η γεωργία δεν βρίσκεται στο περιθώριο της έκθεσης· βρίσκεται μέσα στον πυρήνα των ελέγχων. Το 2024, 14 από τις νέες έρευνες της OLAF αφορούσαν το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων και τα Ταμεία Αγροτικής Ανάπτυξης. Οι υποθέσεις αυτές δεν παραπέμπουν κατ’ ανάγκην σε παρατυπίες μεμονωμένων παραγωγών. Το πεδίο είναι πολύ ευρύτερο, επιχειρήσεις, επενδυτικά σχέδια, ομάδες δικαιούχων, οργανισμοί πληρωμών και δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και οργανωμένα σχήματα που εντοπίζουν τα κενά των ελέγχων και τα μετατρέπουν σε δρόμους προς το ευρωπαϊκό χρήμα.

Το έγγραφο δεν φέρνει νέες κυρώσεις για τους παραγωγούς και δεν αλλάζει τους κανόνες του ΟΣΔΕ. Δείχνει, όμως, προς ποια κατεύθυνση κινούνται οι ευρωπαϊκοί έλεγχοι. Η εξέταση μιας υπόθεσης δεν σταματά πλέον σε μια αίτηση ή σε ένα αγροτεμάχιο. Μπορεί να συνδυάζει τραπεζικές κινήσεις, εταιρικές σχέσεις, δημόσια μητρώα και πληροφορίες από περισσότερα κράτη.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η συνεργασία μεταξύ OLAF και Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει βελτιωθεί, αλλά δεν έχει φθάσει ακόμη στο επίπεδο που απαιτεί η πολυπλοκότητα των υποθέσεων. Τα πληροφοριακά τους συστήματα δεν επικοινωνούν πλήρως, η ανταλλαγή δεδομένων δεν είναι πάντοτε αυτόματη και οι εθνικές υπηρεσίες κατά της απάτης δεν διαθέτουν σε όλες τις χώρες τις ίδιες αρμοδιότητες ή τους ίδιους πόρους.

Το επόμενο τεστ είναι αν μπορεί να το φέρνει πίσω — και κυρίως αν μπορεί να το ζητεί από εκείνους που πραγματικά ευθύνονται, πριν ο χρόνος μεταφέρει τον λογαριασμό στους φορολογουμένους και στους συνεπείς δικαιούχους. Εκεί θα κριθεί όχι μόνο η αποτελεσματικότητα της OLAF, αλλά και η αξιοπιστία ολόκληρου του συστήματος ευρωπαϊκών ενισχύσεων.