Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας με ανοιχτά μέτωπα για τη νέα ΚΑΠ, κτηνοτροφία και λιπάσματα. Η γραμμή Χάνσεν, τα ελληνικά αιτήματα και οι αποφάσεις που εκκρεμούν
Του Γ. Παπαδόπουλου
Η Ευρώπη διαπραγματεύεται ποιοι θα επιδοτούνται μετά το 2027, την ώρα που οι σημερινοί παραγωγοί πιέζονται από ακριβές εισροές, χαμηλές τιμές και ξηρασία. Αυτή η παράλληλη συζήτηση αποτυπώθηκε στο Συμβούλιο Γεωργίας της 28ης Σεπτεμβρίου και δίνει το πολιτικό βάρος στη νέα ΚΑΠ 2028-2034, για την οποία η ιρλανδική προεδρία επιδιώκει μερική συμφωνία στις 26–27 Οκτωβρίου.
Οι Ευρωπαίοι υπουργοί άφησαν ανοικτά τον ορισμό του ενεργού αγρότη, το πλαφόν και τη σταδιακή μείωση των υψηλότερων ενισχύσεων. Στην ίδια συνεδρίαση κατέγραψαν την πίεση που δέχεται η πρωτογενής παραγωγή. Παρά τις ενδείξεις σταθεροποίησης σε ορισμένες αγορές, τα ακριβά λιπάσματα και η ενέργεια, οι χαμηλότερες τιμές παραγωγού και οι απώλειες από την ξηρασία εξακολουθούν να περιορίζουν τα περιθώρια των εκμεταλλεύσεων.
Ενδεικτικό ήταν το αντικείμενο του γεύματος εργασίας με τους υπουργούς να συζητούν πως θα εξασφαλιστούν λιπάσματα σε προσιτές τιμές, με μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία και αντοχή στις εξωτερικές αναταράξεις. Η σύνδεση με τις ενισχύσεις είναι ουσιαστική. Όταν μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων χρημάτων απορροφάται από τις εισροές, περιορίζονται οι δυνατότητες επένδυσης και προετοιμασίας της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου.
Η συζήτηση για την επισιτιστική ασφάλεια, καθώς τα επίσημα συμπεράσματα δεν τεκμηριώνουν επικείμενες ελλείψεις τροφίμων όμως η ανησυχία για την αντοχή της παραγωγής, δικαιολογεί μια ευρύτερη εκτίμηση. Μια νέα κρίση κόστους ή εφοδιασμού θα ήταν δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί εάν έβρισκε τις εκμεταλλεύσεις με εξαντλημένη ρευστότητα και αναβλημένες επενδύσεις. Η διατήρηση της παραγωγικής ικανότητας γίνεται, επομένως, μέρος του διακυβεύματος των ενισχύσεων.
Στο έγγραφο της ιρλανδικής προεδρίας, η λέξη «ευελιξία» επανέρχεται στα περισσότερα ανοικτά κεφάλαια. Η επανάληψη έχει πολιτική σημασία. Οι κυβερνήσεις ζητούν περιθώριο να προσαρμόσουν τους κοινούς κανόνες στις δικές τους αγροτικές δομές. Η διαπραγμάτευση αφορά, συνεπώς, και το πόσες αποφάσεις θα λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και πόσες θα αφήνονται στις εθνικές πρωτεύουσες.
Στον ορισμό του ενεργού αγρότη, το διακύβευμα είναι η ίδια η πρόσβαση στη στήριξη. Για την Ελλάδα, το ερώτημα αφορά και τον μικρό παραγωγό που συμπληρώνει το εισόδημά του με άλλη εργασία. Ποια στοιχεία θα αποδεικνύουν την αγροτική δραστηριότητά του και πόσο χώρο θα αφήνει ο ευρωπαϊκός κανόνας στην εθνική εφαρμογή; Η διατύπωση παραμένει υπό επεξεργασία, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί η τελική επίδραση στον κύκλο των δικαιούχων.
Η διαφωνία για το πλαφόν και τη σταδιακή μείωση των πληρωμών αφορά το ποσό που θα απομένει στους δικαιούχους. Για τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, το οικονομικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί τόσο από το ύψος των ορίων όσο και από τον τρόπο εφαρμογής τους. Τα αιτήματα εθνικής προσαρμογής δείχνουν ότι αυτό ακριβώς το περιθώριο παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Οριστική συμφωνία δεν υπάρχει.
Υπάρχει, επιπλέον, ένας περιορισμός που εξηγεί γιατί η επιδίωξη του Οκτωβρίου ονομάζεται «μερική». Οι κρίσιμες χρηματοδοτικές ρυθμίσεις συνδέονται με τον συνολικό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η προεδρία σχεδιάζει αναθεωρημένο διαπραγματευτικό πλαίσιο πριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 15ης–16ης Οκτωβρίου. Ακόμη και αν οι υπουργοί Γεωργίας καταλήξουν αργότερα σε κοινή θέση, αυτή θα αποτελεί διαπραγματευτικό βήμα, όχι τελικό κανονισμό.
Στο μεταξύ, για σήμερα 30 Σεπτεμβρίου και άυριο 1η Οκτωβρίου έχει προγραμματιστεί νέο συμβιβαστικό κείμενο για ορισμούς, επιλέξιμες εκτάσεις και ελέγχους. Παράλληλα εξετάζονται η εισοδηματική στήριξη με βάση την έκταση, οι συνδεδεμένες ενισχύσεις, τα μέτρα για νέους αγρότες και διαδοχή των εκμεταλλεύσεων, καθώς και η διαχείριση κινδύνων.
Αυτό που έχει σημασία είναι η συμφωνία για τη νέα ΚΑΠ και θα αποκτήσει πρακτική αξία όταν γνωρίζουν εγκαίρως σε ποια στήριξη μπορούν να υπολογίζουν, με ποιους όρους και πότε θα την εισπράττουν. Αυτή η βεβαιότητα είναι απαραίτητη για να προγραμματίσουν την επόμενη καλλιέργεια, την αγορά εφοδίων και τις επενδύσεις τους. Η ομαλή μετάβαση στο νέο σύστημα έχει, επομένως, σημασία που ξεπερνά τη διαχείριση των επιδοτήσεων. Η δυνατότητα του αγρότη να συνεχίσει να παράγει αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης.