Οι αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν την παγκόσμια αγορά
Αντιμέτωποι με ελλείψεις λιπασμάτων και αυξημένες τιμές ενδέχεται να βρεθούν οι αγρότες κατά την επόμενη καλλιεργητική περίοδο, εφόσον συνεχιστούν έως το τέλος του 2026 οι διαταραχές στο εμπόριο μέσω των Στενών του Ορμούζ. Μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν οι χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές, καθώς η κρίση στον Περσικό Κόλπο έχει ήδη επηρεάσει την προμήθεια ενέργειας, έτοιμων λιπασμάτων και βασικών πρώτων υλών για την παραγωγή τους.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές καταγράφηκαν την άνοιξη. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η τιμή της ουρίας αυξήθηκε από περίπου 400 δολάρια ανά τόνο σε περισσότερα από 850 δολάρια τον Απρίλιο, πριν υποχωρήσει στα 453 δολάρια τον Ιούνιο.
Ανοδικά κινήθηκε και η τιμή του φωσφορικού διαμμωνίου (DAP), ενός από τα βασικότερα φωσφορικά λιπάσματα, η οποία αυξήθηκε από περίπου 580 σε 770 δολάρια ανά τόνο κατά την ίδια περίοδο.
Οι επιπτώσεις της κρίσης δεν περιορίζονται στη διακίνηση των τελικών προϊόντων, αλλά επεκτείνονται και στις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία λιπασμάτων. Το φυσικό αέριο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, ενώ το θείο χρησιμοποιείται στην παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων.
Οι διαταραχές στον εφοδιασμό με θείο από τις χώρες του Περσικού Κόλπου έχουν ήδη οδηγήσει σε περιορισμό της παραγωγής και των εξαγωγών φωσφορικών λιπασμάτων, μειώνοντας περαιτέρω τις διαθέσιμες ποσότητες στη διεθνή αγορά.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις εκτιμάται ότι μπορεί να εμφανιστούν προς το τέλος του 2026 και κατά τη διάρκεια του 2027, όταν οι παραγωγοί θα αρχίσουν να προμηθεύονται τα απαραίτητα εφόδια για τις νέες καλλιεργητικές περιόδους.
Ειδικοί του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Πολιτική Τροφίμων (IFPRI) προειδοποιούν ότι ενδεχόμενη παράταση των προβλημάτων στον εφοδιασμό θα μπορούσε να αναγκάσει τους αγρότες να περιορίσουν τις ποσότητες λιπασμάτων που χρησιμοποιούν ή να στραφούν σε οικονομικότερες εναλλακτικές λύσεις.
Μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις αποδόσεις των καλλιεργειών, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η γεωργική παραγωγή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση εισαγόμενων λιπασμάτων.
Στις περισσότερο ευάλωτες χώρες συγκαταλέγονται εκείνες που καλύπτουν σημαντικό μέρος των αναγκών τους μέσω εισαγωγών από τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ουγκάντας, η οποία το 2024 εισήγαγε λιπάσματα αξίας περίπου 54,75 εκατ. δολαρίων, με σχεδόν το 40% να προέρχεται από χώρες της Μέσης Ανατολής και της περιοχής του Κόλπου.
Παρά τις πιέσεις στην αγορά, οι ειδικοί δεν αναμένουν, με τα σημερινά δεδομένα, επανάληψη της κρίσης στις τιμές των τροφίμων που καταγράφηκε το 2022. Βασικός παράγοντας είναι ότι τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών παραμένουν σε σχετικά επαρκή επίπεδα, περιορίζοντας τον κίνδυνο μιας αντίστοιχης απότομης ανατίμησης.
Ωστόσο, η διάρκεια των διαταραχών στις εμπορικές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την εξέλιξη της αγοράς λιπασμάτων τους επόμενους μήνες, με το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στο κόστος παραγωγής να παραμένει ανοιχτό για την καλλιεργητική περίοδο του 2027.