ΕΕ: Φόρος στα υπερκέρδη πετρελαϊκών – Θα ωφεληθούν οι αγρότες;

Οι Βρυξέλλες εξετάζουν νέο φόρο στα ενεργειακά υπερκέρδη, με ανοιχτό το ενδεχόμενο στήριξης της αγροτικής παραγωγής

Η Κομισιόν επαναφέρει τη συζήτηση για έκτακτη φορολόγηση των κερδών των πετρελαϊκών εταιρειών, καθώς η νέα ενεργειακή αναταραχή δοκιμάζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το προηγούμενο των 28,7 δισ. ευρώ, οι επιφυλάξεις των Βρυξελλών και το ερώτημα εάν μέρος των πιθανών εσόδων θα μπορούσε να στηρίξει την ελληνική αγροτική παραγωγή.

Του Γ. Παπαδόπουλου

Η έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου επιστρέφει στο τραπέζι των ευρωπαϊκών συζητήσεων, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη μεγάλη ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει εκ νέου τη δυνατότητα κοινής παρέμβασης, σε μια περίοδο κατά την οποία η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας περιορίζει την αγοραστική δύναμη, επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και αυξάνει το κόστος της γεωργικής παραγωγής. Προς το παρόν, ωστόσο, δεν υπάρχει νομοθετική πρόταση ούτε συμφωνία για την επιβολή νέας εισφοράς.

Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στο ύψος των κερδών που συγκεντρώνει ο ενεργειακός κλάδος. Αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αναδιανεμηθεί ένα μέρος τους, εφόσον οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καταλήξουν σε συμφωνία. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ενέργεια επηρεάζει σημαντικά το κόστος της αγροτικής παραγωγής, μια τέτοια απόφαση θα άνοιγε μια πρόσθετη συζήτηση για τη χρηματοδότηση στοχευμένων παρεμβάσεων, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι θα εξασφάλιζε άμεση μείωση των τιμών στα καύσιμα.

Η συζήτηση απέκτησε νέα δυναμική μετά τις παρεμβάσεις ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που ζητούν συντονισμένη απάντηση στην ενεργειακή κρίση. Η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και άλλες χώρες έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για τη διερεύνηση ενός κοινού μηχανισμού, υποστηρίζοντας ότι η αντιμετώπιση των συνεπειών της ακρίβειας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Ο επίτροπος Οικονομίας, Βάλντις Ντομπρόβσκις, επιβεβαίωσε στις 9 Οκτωβρίου ότι συμφωνήθηκε η συγκρότηση ομάδας εργασίας για την εξέταση του ζητήματος και την ανταλλαγή καλών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών. Διευκρίνισε, πάντως, ότι η Επιτροπή θεωρεί τις εθνικές κυβερνήσεις καταλληλότερες για τη λήψη φορολογικών μέτρων επί των έκτακτων κερδών. Η τοποθέτηση αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εθνικών πρωτοβουλιών, παράλληλα με τις συζητήσεις για έναν ενιαίο ευρωπαϊκό μηχανισμό.

Από την πλευρά του, ο επίτροπος Κλίματος και Φορολογίας, Βόπκε Χούκστρα, αναγνώρισε ότι το ενδεχόμενο νέας εισφοράς εξετάζεται, επισημαίνοντας την ανάγκη αξιολόγησης των νομικών και οικονομικών συνεπειών. Οι επιφυλάξεις δεν είναι αμελητέες. Μια νέα φορολογική παρέμβαση θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από τον ενεργειακό κλάδο, ενώ διαφορετικές είναι και οι προσεγγίσεις των κρατών μελών ως προς την αναγκαιότητα ενός κοινού μέτρου.

Το προηγούμενο του 2022 προσφέρει, πάντως, ένα συγκεκριμένο οικονομικό μέτρο σύγκρισης. Με τον ευρωπαϊκό Κανονισμό 2022/1854 θεσπίστηκε προσωρινή εισφορά αλληλεγγύης στον κλάδο των ορυκτών καυσίμων, με συντελεστή τουλάχιστον 33% επί του μέρους των φορολογητέων κερδών που υπερέβαινε κατά περισσότερο από 20% τον ιστορικό μέσο όρο. Σύμφωνα με την τελική έκθεση της Επιτροπής, τα έσοδα που είχαν ήδη εισπραχθεί για τα φορολογικά έτη 2022 και 2023 ανέρχονταν σε 26,15 δισ. ευρώ, ενώ το εκτιμώμενο τελικό σύνολο έφθανε τα 28,66 δισ. ευρώ. Τα ποσά αυτά αξιοποιήθηκαν κυρίως για τη στήριξη καταναλωτών ενέργειας και ευάλωτων νοικοκυριών.

Η επιστροφή του θέματος συμπίπτει με μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη συζήτηση, εκείνη της δημοσιονομικής ευελιξίας. Στις 8 Οκτωβρίου, η Ελλάδα και η Ιταλία ζήτησαν μεγαλύτερα περιθώρια για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής ακρίβειας. Η ελληνική πλευρά πρότεινε να εξαιρούνται προσωρινά μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων από τα όρια καθαρών δαπανών, αίτημα στο οποίο η Επιτροπή εμφανίστηκε επιφυλακτική, επικαλούμενη την ανάγκη διατήρησης της αξιοπιστίας των δημοσιονομικών κανόνων.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσει τις δυνατότητες που θα μπορούσε να προσφέρει ένας ευρωπαϊκά συντονισμένος μηχανισμός φορολόγησης των ενεργειακών υπερκερδών, ιδίως εφόσον εξασφαλιζόταν ότι μέρος των εσόδων θα παρέμενε διαθέσιμο για στοχευμένη εθνική στήριξη. Η αναζήτηση πρόσθετων πόρων, άλλωστε, θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τα αιτήματα δημοσιονομικής ευελιξίας που ήδη διατυπώνει η Αθήνα.

Για τον πρωτογενή τομέα, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το πετρέλαιο κίνησης, η ηλεκτρική ενέργεια για την άρδευση, οι μεταφορές και οι ενεργοβόρες εισροές επηρεάζουν άμεσα τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους δεν απορροφάται πάντοτε από τις τιμές πώλησης των αγροτικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να συμπιέζεται το περιθώριο εισοδήματος των παραγωγών, ακόμη και όταν η παραγωγή παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Υπό αυτή την έννοια, θα παρουσίαζε ενδιαφέρον να αποσαφηνιστεί, κατά την εξέλιξη των ευρωπαϊκών διαβουλεύσεων, κατά πόσον το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων εξετάζουν τη δυνατότητα σύνδεσης ενδεχόμενων πρόσθετων εσόδων με το κόστος της αγροτικής ενέργειας. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να περιλαμβάνει παρεμβάσεις στο αγροτικό πετρέλαιο, στην ηλεκτροδότηση των αρδευτικών εγκαταστάσεων ή σε άλλες δαπάνες που επηρεάζονται από τις διεθνείς ενεργειακές τιμές. Δεν υπάρχει, πάντως, μέχρι στιγμής επιβεβαιωμένη κυβερνητική δέσμευση προς αυτή την κατεύθυνση.

Παράλληλα, η αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε μέτρου θα εξαρτηθεί από τον τρόπο εφαρμογής του. Η φορολόγηση των έκτακτων κερδών δεν εγγυάται από μόνη της χαμηλότερες τιμές στην αντλία ή στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Προϋποθέτει σαφείς κανόνες, έλεγχο των επιπτώσεων στην αγορά και συγκεκριμένες αποφάσεις για τη διάθεση των πόρων.

Η Ευρώπη βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε ένα γνώριμο δίλημμα, αυτή τη φορά με διαφορετικές οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες. Από τη μία πλευρά καλείται να προστατεύσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις από μια νέα ενεργειακή επιβάρυνση και από την άλλη να αποφύγει παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επενδύσεις ή να δημιουργήσουν πρόσθετη αβεβαιότητα στην αγορά.

Η εξέλιξη των ευρωπαϊκών διαβουλεύσεων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μια ενδεχόμενη συμφωνία θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα περιθώρια χρηματοδότησης για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους. Το εάν και σε ποιο βαθμό οι δυνατότητες αυτές θα αξιοποιηθούν για τη στήριξη της αγροτικής παραγωγής θα εξαρτηθεί από το τελικό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί στις Βρυξέλλες και από τις επιλογές της Αθήνας. Προς το παρόν, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή, όπως και το ζήτημα της συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα στα ενδεχόμενα οφέλη