Καμελίνα: Μια παλιά καλλιέργεια επιστρέφει στα χωράφια – Τι αφήνει στον παραγωγό και ποιες δυσκολίες κρύβει η αλλαγή
Παραγωγοί αναζητούν διέξοδο από το αυξημένο κόστος και τις χαμηλές τιμές στο βαμβάκι και στο σιτάρι. Ο Νίκος Μποτρότσος μιλά στο Agrocapital για την εμπειρία του στα χωράφια της Κομοτηνής και ο Δημήτρης Μπιλάλης για τις προοπτικές μιας καλλιέργειας με παρελθόν στην ελληνική γεωργία.
Ρεπορτάζ Agrocapital
Επιμέλεια κειμένου — Α. Ιορδανίδου
Για τον Νίκο Μποτρότσο, η καμελίνα εμφανίστηκε πρώτα στις σελίδες της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και ύστερα στο χωράφι. Αναζητώντας μια διαφορετική επιλογή από το βαμβάκι και το σιτάρι, ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Κομοτηνής στάθηκε στις ενισχύσεις για τις καινοτόμες καλλιέργειες, επικοινώνησε με εταιρεία που προμήθευε σπόρο και αγόραζε την παραγωγή και αποφάσισε να δοκιμάσει. Σήμερα, στην αρχή της περιόδου 2026–2027, ετοιμάζεται να την καλλιεργήσει για τρίτη χρονιά.
Η εμπειρία του έχει ενδιαφέρον για τους παραγωγούς που απευθύνθηκαν στο Agrocapital, ζητώντας να μάθουν αν αυτό το λιγότερο γνωστό ελαιούχο φυτό μπορεί να βρει θέση στις δικές τους εκμεταλλεύσεις. Οι ερωτήσεις τους αφορούν τα έξοδα, τις αποδόσεις και την πώληση της σοδειάς, αλλά πίσω τους βρίσκεται μια ευρύτερη αγωνία. Πόσο μπορεί να επιμείνει κανείς σε μια καλλιέργεια που γνωρίζει καλά, όταν το περιθώριο που αφήνει στο τέλος της χρονιάς γίνεται ολοένα στενότερο;
Ο κ. Μποτρότσος περιγράφει αυτή την αναζήτηση μέσα από το αυξημένο κόστος παραγωγής, ιδιαίτερα στο βαμβάκι, την επιβάρυνση από το πετρέλαιο και τις χαμηλές τιμές πώλησης. Εκτιμά ότι, ακόμη και αν ένας παραγωγός δεν αλλάξει αμέσως καλλιέργεια, θα συνεχίσει να ψάχνει μια εναλλακτική για να αντικαταστήσει μέρος των εκτάσεών του.
Η αλλαγή έχει, βεβαίως, το δικό της βάρος. Μαζί με τη γνώριμη καλλιέργεια, ο αγρότης αφήνει πίσω του συσσωρευμένη εμπειρία, δοκιμασμένες εργασίες και εμπορικές σχέσεις. Η τεχνικοοικονομική ανάλυση για το σιτάρι, που παρουσίασε το Agrocapital, εξηγεί γιατί αυτή η απόφαση επανέρχεται στη συζήτηση. Όταν η απόδοση και η τιμή δεν καλύπτουν τον λογαριασμό, ακόμη και μια καλλιέργεια με μικρότερη παραγωγή αποκτά ενδιαφέρον, εφόσον απαιτεί λιγότερα χρήματα για να φτάσει στη συγκομιδή.
Ο λογαριασμός της πρώτης δοκιμής
Νίκος Μποτρότσος. Ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Κομοτηνής μπαίνει στην τρίτη χρονιά καλλιέργειας καμελίνας, αναζητώντας χαμηλότερο κόστος και εξασφαλισμένη διάθεση της παραγωγής.
Στη δική του περίπτωση, ο κ. Μποτρότσος τοποθετεί το καλλιεργητικό κόστος στα 40–50 ευρώ το στρέμμα, με τον σπόρο να αντιστοιχεί περίπου σε 6–7 ευρώ. Περιγράφει μια καλλιέργεια με λίγες εργασίες, προετοιμασία του χωραφιού, σπορά, αντιμετώπιση των ζιζανίων, μικρές ποσότητες λιπάσματος και συγκομιδή. Είναι η εκτίμηση των εξόδων που δίνει ο ίδιος για τη δική του πρακτική, χωρίς αναλυτικό συνυπολογισμό της γης, των αποσβέσεων και της προσωπικής εργασίας.
Η συνεργαζόμενη εταιρεία, όπως εξηγεί, παρέχει το πολλαπλασιαστικό υλικό και την καθοδήγηση των γεωπόνων της, ενώ συνάπτει συμβάσεις για την αγορά του προϊόντος. Ο παραγωγός ξεκινά έτσι έχοντας έναν συγκεκριμένο αποδέκτη για τη σοδειά του, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό σε μια καλλιέργεια με την οποία δεν είναι ακόμη εξοικειωμένος.
Στις αποδόσεις, η περιγραφή του είναι προσεκτική. «Στα αγροτεμάχια που εξελίχθηκαν καλά, όπου τα φυτά φύτρωσαν σωστά και στη συνέχεια αναπτύχθηκαν κανονικά, οι αποδόσεις κυμάνθηκαν από 100 έως και 170 κιλά ανά στρέμμα», αναφέρει. Η προϋπόθεση της καλής εγκατάστασης έχει σημασία, καθώς οι αριθμοί αφορούν τα χωράφια που προχώρησαν ομαλά και δεν αποτελούν μέσο όρο για το σύνολο των εκτάσεων.
Στον υπολογισμό του έχουν σημαντική θέση οι ενισχύσεις. Το αρχικό κίνητρο ήταν η πρόβλεψη για περίπου 60 ευρώ ανά στρέμμα μέσω της ΚΑΠ, ενώ αναφέρει και πρόσθετη εταιρική στήριξη 30 ευρώ, υπό συγκεκριμένους καλλιεργητικούς όρους. Συνυπολογίζοντας αυτές τις παροχές, εκτιμά ότι μια καλή χρονιά μπορεί να δώσει εισόδημα 100–150 ευρώ το στρέμμα. Πρόκειται για προσωπική εκτίμηση, χωρίς αναλυτική αποτύπωση καθαρού κέρδους.
Το ύψος της δημόσιας ενίσχυσης χρειάζεται, πάντως, να διακρίνεται από την τελική πληρωμή. Στην απόφαση του Αυγούστου 2025 για τα οικολογικά προγράμματα, η καμελίνα περιλαμβάνεται στις καινοτόμες ανθεκτικές καλλιέργειες, με μέγιστο ποσό 60,6 ευρώ ανά στρέμμα και πρόβλεψη προσαρμογής σε περίπτωση υπερβάλλουσας ζήτησης. Η επιδότηση αποτελεί μέρος του λογαριασμού, αλλά το ποσό που τελικά καταβάλλεται κρίνεται από τους όρους και τις αποφάσεις του αντίστοιχου έτους.
Από τα λυχνάρια στα βιοκαύσιμα
Δημήτρης Μπιλάλης. Ο αντιπρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών περιγράφει την επιστροφή μιας παλιάς καλλιέργειας, με προοπτικές στα βιοκαύσιμα και στην αξιοποίηση του ελαίου της.
Το φυτό που συζητείται σήμερα ως νέα επιλογή έχει, σύμφωνα με τον Δημήτρη Μπιλάλη, πολύ παλαιότερη παρουσία στην ελληνική γεωργία. Ο αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών και Διοίκησης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών προτιμά να το περιγράφει ως μια καλλιέργεια που επιστρέφει.
«Η καμελίνα είναι μία από τις καινοτόμες καλλιέργειες. Καλύτερα, όμως, θα τη χαρακτηρίζαμε ως “retrovation crop”, μια ρετρό καλλιέργεια», λέει στο Agrocapital. Όπως αναφέρει, καλλιεργούνταν στη Θεσσαλία μέχρι το 1890, με ειδική αναφορά στην καμελίνα ρουμελίκα, και το λάδι της χρησιμοποιούνταν στα λυχνάρια για φωτισμό.
Σήμερα, κατά τον ίδιο, οι ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα προορίζονται κυρίως για βιοκαύσιμα. Υπάρχουν όμως και ποικιλίες με λάδι για ανθρώπινη κατανάλωση, το οποίο εντάσσει στα λεγόμενα «super oils», εκτιμώντας ότι αυτή η αγορά μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη αξία στον παραγωγό. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στην ανθεκτικότητα του φυτού, το οποίο χαρακτηρίζει «προσαρμοσμένο στην κλιματική μεταβολή» και «πολλά υποσχόμενο».
Η αξιοποίηση του ελαίου για αεροπορικό βιοκαύσιμο έχει ήδη δοκιμαστεί στο ευρωπαϊκό έργο ITAKA, μαζί με τη διάθεση υποπροϊόντων στη βιομηχανία ζωοτροφών. Οι δυνατότητες αυτές εξηγούν το ενδιαφέρον για την καλλιέργεια, ενώ η έρευνα δείχνει ταυτόχρονα πόσο μπορεί να διαφέρει η παραγωγή από τόπο σε τόπο.
Σε δοκιμές τεσσάρων ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, την περίοδο 2018–2021, οι αποδόσεις σε οριακά εδάφη κυμάνθηκαν από 38 έως 193 κιλά σπόρου ανά στρέμμα, με μέσο όρο περίπου 94 κιλά σε βάση ξηράς ουσίας. Το εύρος αυτό αφορά πειραματικές συνθήκες και υπενθυμίζει ότι η προσαρμογή ενός φυτού πρέπει να κρίνεται στο συγκεκριμένο χωράφι.
Υπάρχει, όμως, και ένας περιορισμός στον σχεδιασμό των εκτάσεων. Η καμελίνα ανήκει στην ίδια οικογένεια με την ελαιοκράμβη και το σινάπι, γι’ αυτό η εναλλαγή της με άλλα είδη χρειάζεται προσοχή. Η Καναδική Υπηρεσία Επιθεώρησης Τροφίμων καταγράφει τη γενική γεωπονική σύσταση να επιστρέφει στο ίδιο χωράφι μία φορά ανά τρία έως τέσσερα χρόνια, ενώ πανεπιστημιακές οδηγίες συνιστούν να αποφεύγεται η σπορά της αμέσως μετά από συγγενικά σταυρανθή, για τον περιορισμό φυτοϋγειονομικών προβλημάτων. Πρόκειται για κατευθύνσεις που χρειάζονται προσαρμογή στις τοπικές συνθήκες από τον γεωπόνο.
Πρακτικά, ο παραγωγός δεν μπορεί να στηρίξει έναν πολυετή σχεδιασμό στην υπόθεση ότι θα σπέρνει συνεχώς καμελίνα στα ίδια στρέμματα. Χρειάζεται να υπολογίσει ποιες καλλιέργειες θα μεσολαβούν και τι αποτέλεσμα θα αφήνουν. Η ανάγκη αυτή περιορίζει την ευχέρεια μιας μόνιμης αντικατάστασης του βαμβακιού ή του σιταριού, χωρίς να αναιρεί την αξία της καμελίνας ως επιλογής μέσα σε οργανωμένη αμειψισπορά.
Διαφορετικό ζήτημα είναι η επίσπορη καλλιέργεια, δηλαδή η δεύτερη σπορά στο ίδιο έτος. Τα ελληνικά αποτελέσματα του 4CE-MED συνδέουν τη δυνατότητα θερινής καλλιέργειας μετά την καμελίνα με την ύπαρξη διαθέσιμου νερού για άρδευση. Συνεπώς, το πρόσθετο εισόδημα από μια δεύτερη σοδειά δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο για ένα ξηρικό χωράφι.
Για τον παραγωγό, πάντως, η προοπτική μιας αγοράς αποκτά αξία όταν μεταφραστεί σε συμφωνία που μπορεί να διαβάσει και να υπολογίσει. Η τιμή, οι προδιαγραφές παραλαβής, τα μεταφορικά και ο χρόνος εξόφλησης καθορίζουν όσα θα μείνουν στην εκμετάλλευση. Η εμπειρία από τα συμβόλαια ηλίανθου, όπως και οι διαφορές στο αποτέλεσμα μεταξύ Ορεστιάδας και Δράμας, δείχνουν πόσο απέχει μια ονομαστική τιμή από το τελικό εισόδημα.
Ο κ. Μποτρότσος μπαίνει στην τρίτη χρονιά έχοντας πλέον εμπειρία από το φυτό και συνεργασία για τη διάθεση της παραγωγής. Για όσους σκέφτονται να ακολουθήσουν, μένει να αποσαφηνιστούν οι αντίστοιχοι όροι στη δική τους περίπτωση, ιδίως το ύψος των ενισχύσεων και των εταιρικών παροχών, καθώς και το αποτέλεσμα που μπορεί να αφήσει μια χρονιά χαμηλότερης απόδοσης.