Καλαμπόκι: Στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1990 ενδέχεται να υποχωρήσει η παραγωγή στην ΕΕ

Στους 44,9 εκατ. τόνους μειώνει την πρόβλεψή της η Expana για το 2026/27

Στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 36 ετών ενδέχεται να υποχωρήσει η παραγωγή καλαμποκιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την εμπορική περίοδο 2026/27, καθώς η παρατεταμένη ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού έχουν επηρεάσει σημαντικά τις καλλιέργειες σε αρκετές ευρωπαϊκές περιοχές.

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της εταιρείας ανάλυσης αγορών αγροτικών εμπορευμάτων Expana, η παραγωγή καλαμποκιού στην ΕΕ αναμένεται να διαμορφωθεί στους 44,9 εκατ. τόνους, έναντι 46,2 εκατ. τόνων που προέβλεπε η εταιρεία τον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για αναθεώρηση προς τα κάτω κατά 1,3 εκατ. τόνους, η οποία αποδίδεται κυρίως στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

Με βάση τα ιστορικά στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), εφόσον επιβεβαιωθεί η συγκεκριμένη πρόβλεψη, η παραγωγή καλαμποκιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1990.

Η αναμενόμενη μείωση της συγκομιδής επηρεάζει ήδη τις εκτιμήσεις για την εγχώρια κατανάλωση καλαμποκιού, ιδιαίτερα στον κτηνοτροφικό τομέα, όπου το συγκεκριμένο δημητριακό αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή ζωοτροφών.

Σύμφωνα με την Expana, η χρήση καλαμποκιού στις ζωοτροφές στην ΕΕ ενδέχεται να μειωθεί κατά 8 εκατ. τόνους, ή 13,5%, κατά την περίοδο 2026/27 σε σύγκριση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.

Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ευρωπαϊκού καλαμποκιού αναμένεται να ενισχύσει την εξάρτηση των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων από εισαγόμενα σιτηρά και εναλλακτικές πρώτες ύλες ζωοτροφών, δημιουργώντας πρόσθετη αβεβαιότητα για τον εφοδιασμό της αγοράς.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να διατηρήσει υψηλές ανάγκες εισαγωγών καλαμποκιού, με την Ουκρανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βραζιλία να παραμένουν μεταξύ των βασικών προμηθευτών της.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι ουκρανικές εξαγωγές, καθώς, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Expana, η ΕΕ ενδέχεται να χρειαστεί περίπου 11 εκατ. τόνους καλαμποκιού από την Ουκρανία, ακόμη και εάν υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βραζιλία.

Για σύγκριση, κατά την προηγούμενη εμπορική περίοδο οι εισαγωγές καλαμποκιού της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ουκρανία ανήλθαν σε 9,1 εκατ. τόνους. Επομένως, οι δυνητικές ανάγκες για ουκρανικό καλαμπόκι θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά περίπου 1,9 εκατ. τόνους.

Ωστόσο, η δυνατότητα κάλυψης αυτής της ζήτησης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την εξαγωγική ικανότητα της Ουκρανίας και τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών της.

Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και στις μεταφορές μέσω της Μαύρης Θάλασσας εξακολουθούν να δυσχεραίνουν τη διακίνηση ουκρανικών σιτηρών, ενισχύοντας την αβεβαιότητα σχετικά με την ομαλή τροφοδοσία της ευρωπαϊκής αγοράς.

Σε ό,τι αφορά το σιτάρι, η Expana διατήρησε αμετάβλητη την πρόβλεψή της για την παραγωγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την εμπορική περίοδο 2026/27, στους 126,1 εκατ. τόνους.

Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά 8% σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο, γεγονός που δείχνει ότι η υποχώρηση της ευρωπαϊκής παραγωγής δεν περιορίζεται στο καλαμπόκι, αλλά αφορά και τα δύο βασικά δημητριακά.

Η ταυτόχρονη μείωση της παραγωγής καλαμποκιού και σιταριού ενδέχεται να ενισχύσει τον ανταγωνισμό για εισαγόμενα σιτηρά και να αυξήσει τη σημασία της διασφάλισης σταθερών εμπορικών ροών από τρίτες χώρες.

Για την ευρωπαϊκή κτηνοτροφία, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις στην προμήθεια ζωοτροφών, καθώς ο περιορισμός της εγχώριας παραγωγής και η αβεβαιότητα στις διεθνείς μεταφορές μπορούν να επηρεάσουν τόσο τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών όσο και το κόστος εφοδιασμού των εκμεταλλεύσεων.