Η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές υποσχέσεις και την πραγματικότητα της υπαίθρου
Από τη Θεσσαλία μέχρι την υπόλοιπη χώρα, παραγωγοί περιγράφουν στο Agrocapital μια κατάσταση που απέχει από την εικόνα των κυβερνητικών ανακοινώσεων. Οι καθυστερήσεις, οι δυσκολίες επικοινωνίας και μια υπόθεση στη Λάρισα που εγείρει ερωτήματα.
Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σε όσα ανακοινώνονται από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και σε όσα συμβαίνουν καθημερινά στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Αυτή την απόσταση περιγράφουν με ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία παραγωγοί που επικοινωνούν με το Agrocapital από διάφορες περιοχές της χώρας, μεταφέροντας μια εικόνα στην οποία οι κυβερνητικές δεσμεύσεις δεν συνοδεύονται πάντοτε από την αντίστοιχη πρόοδο στην επίλυση των προβλημάτων τους.
Οι μαρτυρίες συγκλίνουν σε ένα σημείο, οι αγρότες δεν αναζητούν νέες διαβεβαιώσεις, αλλά συγκεκριμένες απαντήσεις για υποθέσεις που εκκρεμούν, ενισχύσεις που αναμένουν και διοικητικές διαδικασίες που εξακολουθούν να δοκιμάζουν τις αντοχές τους. Για μια αγροτική επιχείρηση, άλλωστε, η καθυστέρηση δεν αποτελεί απλώς μια γραφειοκρατική δυσλειτουργία. Ουσιατικά μεταφράζεται σε απλήρωτους λογαριασμούς, μετατιθέμενες υποχρεώσεις και αβεβαιότητα για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.
Οι επίσημες ανακοινώσεις καταγράφουν τις καταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί, χωρίς όμως να αποσαφηνίζουν πάντοτε την έκταση των υποθέσεων που παραμένουν ανοιχτές ή τον χρόνο οριστικής διευθέτησής τους. Έτσι, ακόμη και όταν σημειώνεται πρόοδος, η εικόνα που φτάνει στους παραγωγούς παραμένει αποσπασματική.
Από τη Λάρισα, μάλιστα, μεταφέρεται μια πληροφορία που, εφόσον επιβεβαιωθεί, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν αγρότες της περιοχής, υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος φέρεται να επικοινώνησε τηλεφωνικά με Κέντρο Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ), αναζητώντας ενημέρωση για τον χρόνο διεκπεραίωσης εκκρεμούς υπόθεσης. Η απάντηση που, κατά τις ίδιες μαρτυρίες, έλαβε δεν φαίνεται να άφηνε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας ως προς την αναμονή που απαιτείται.
Το περιστατικό δεν έχει καταστεί δυνατόν να διασταυρωθεί ανεξάρτητα από το Agrocapital και, συνεπώς, δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένο γεγονός. Ωστόσο, εάν τα όσα μεταφέρονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, η σημασία του δεν βρίσκεται τόσο στο πρόσωπο που πραγματοποίησε την κλήση όσο σε αυτό που ενδεχομένως αποκαλύπτει για τη λειτουργία του συστήματος. Διότι, εάν ακόμη και μια παρέμβαση από υψηλό κυβερνητικό επίπεδο συναντά τους ίδιους χρόνους αναμονής, εύλογα τίθεται το ερώτημα τι δυνατότητες έχει ο παραγωγός που αναζητά μόνος του μια απάντηση.
Στις συνομιλίες με αγρότες διατυπώνονται επίσης παράπονα για τη δυσκολία απευθείας επικοινωνίας με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΑΤ. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η πρόσβαση στον υπουργό παραμένει περιορισμένη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν προσωπική ενημέρωση και άμεση παρέμβαση. Οι αναφορές αυτές αποτελούν εκτιμήσεις των συνομιλητών μας και δεν συνιστούν από μόνες τους τεκμήριο για τη συνολική στάση του υπουργείου.
Η προγραμματισμένη συνέχιση των επαφών με εκπροσώπους του αγροτικού κόσμου προσφέρει, ασφαλώς, μια ευκαιρία να εξεταστούν οι εκκρεμότητες. Η ουσία, όμως, θα κριθεί από το περιεχόμενο των συναντήσεων και κυρίως από όσα θα ακολουθήσουν μετά το τέλος τους. Η δυνατότητα πρόσβασης στην πολιτική ηγεσία έχει σημασία, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για υπηρεσίες που λειτουργούν αποτελεσματικά χωρίς διαρκείς πολιτικές παρεμβάσεις.
Σε αυτή την υπόθεση υπάρχει και μια ευρύτερη πολιτική διάσταση. Η κυβέρνηση έχει επενδύσει σημαντικό μέρος της δημόσιας επιχειρηματολογίας της στην αποκατάσταση της κανονικότητας στον αγροτικό τομέα. Όταν, επομένως, παραγωγοί εξακολουθούν να περιγράφουν τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στην καθημερινή τους εμπειρία, το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά την ηγεσία ενός υπουργείου. Αφορά και την αξιοπιστία του κυβερνητικού συντονισμού, για την οποία την τελική πολιτική ευθύνη φέρει ο πρωθυπουργός.
Όσα μεταφέρουν παραγωγοί από διαφορετικές περιοχές της χώρας στο Agrocapital δεν αρκούν, ασφαλώς, για να περιγράψουν το σύνολο της κατάστασης. Δύσκολα, όμως, μπορούν να θεωρηθούν μεμονωμένες ανησυχίες χωρίς σημασία. Πίσω από αυτές τις μαρτυρίες βρίσκονται άνθρωποι που καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν το κόστος της παραγωγής, να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις και να σχεδιάσουν την επόμενη καλλιεργητική περίοδο, χωρίς να έχουν πάντοτε σαφή εικόνα για το πότε θα κλείσουν οι εκκρεμότητές τους. Και αυτή η αβεβαιότητα είναι ίσως η πλευρά της αγροτικής πραγματικότητας που αποτυπώνεται λιγότερο στις επίσημες ανακοινώσεις.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη δυσκολία για την κυβέρνηση. Όχι στο να εξηγήσει τι έχει ήδη κάνει, αλλά στο να πείσει εκείνους που εξακολουθούν να περιμένουν ότι όσα τους υποσχέθηκε πρόκειται πράγματι να γίνουν.