Έως 3,45 ευρώ το κιλό στην Κρήτη, με τα ισπανικά αποθέματα να επηρεάζουν την αγορά
Σε χαμηλά επίπεδα εξακολουθούν να κινούνται οι τιμές του ελληνικού έξτρα παρθένου ελαιολάδου, με την Πελοπόννησο να καταγράφει εμπορικές τιμές από 3,30 έως 3,40 ευρώ το κιλό και την Κρήτη από 3,35 έως 3,45 ευρώ. Η εικόνα αυτή διαμορφώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελαιοπαραγωγοί προετοιμάζονται για τη νέα συγκομιδή, ενώ η αυξημένη προσφορά από την Ισπανία εξακολουθεί να επηρεάζει τις ευρωπαϊκές αγορές.
Σύμφωνα με νεότερη ιταλική καταγραφή των χονδρικών τιμών, το ελληνικό ελαιόλαδο παραμένει σε επίπεδα χαμηλότερα από το αντίστοιχο ιταλικό προϊόν, με τις εμπορικές συναλλαγές να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα ή μικρές πτωτικές τάσεις.
Στην Πελοπόννησο, όπου η Μεσσηνία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ελαιοπαραγωγικές περιοχές, το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο διαμορφώνεται μεταξύ 3,30 και 3,40 ευρώ το κιλό. Αντίστοιχα, το κρητικό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, οξύτητας έως 0,5, αποτιμάται μεταξύ 3,35 και 3,45 ευρώ, παρουσιάζοντας ελαφρώς υψηλότερες τιμές.
Οι συγκεκριμένες τιμές αφορούν τη χονδρική εμπορία, χωρίς ΦΠΑ, για παραδόσεις σε βυτιοφόρα από το σημείο αναχώρησης. Κατά συνέπεια, δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις τιμές που εισπράττουν οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί κατά την πώληση του προϊόντος τους.
Η διαμόρφωση των τιμών αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της νέας ελαιοκομικής περιόδου, καθώς η αγορά εισέρχεται στη φάση της συγκομιδής με τις διεθνείς τιμές να παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει το εμπορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα διατεθούν οι πρώτες ποσότητες ελληνικού ελαιολάδου.
Καθοριστικό ρόλο στην πορεία της αγοράς εξακολουθεί να διαδραματίζει η Ισπανία. Το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο ποικιλίας Picual από την Ανδαλουσία, με οξύτητα έως 0,4, καταγράφεται μεταξύ 3,10 και 3,30 ευρώ το κιλό, χαμηλότερα από τις αντίστοιχες ελληνικές τιμές.
Η διάθεση των ισπανικών αποθεμάτων πριν από την έναρξη της νέας παραγωγικής περιόδου αυξάνει την προσφορά και περιορίζει τα περιθώρια ανόδου των τιμών. Παράλληλα, η κατανάλωση δεν εμφανίζει την έντονη ανάκαμψη που θα μπορούσε να αναμένεται μετά την αποκλιμάκωση των τιμών, με αποτέλεσμα η αγορά να διατηρείται υπό πίεση.
Πρόσθετος παράγοντας ανταγωνισμού είναι και το τυνησιακό ελαιόλαδο, το οποίο διατίθεται σε αντίστοιχα επίπεδα με το ισπανικό. Ειδικότερα, το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο από την περιοχή Σφαξ καταγράφεται μεταξύ 3,20 και 3,30 ευρώ το κιλό.
Αντίθετα, στην Ιταλία οι τιμές εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα. Στις περιοχές Άντρια και Μπιτόντο το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο διαμορφώνεται μεταξύ 4,20 και 4,30 ευρώ το κιλό, ενώ στη νότια Απουλία η ενδεικτική τιμή βρίσκεται στα 4 ευρώ.
Η διαφορά μεταξύ ελληνικών και ιταλικών τιμών φτάνει, με βάση τα καταγραφόμενα εύρη, έως και το 1 ευρώ το κιλό, αναδεικνύοντας τις αποκλίσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στη χονδρική αγορά ανάλογα με την προέλευση του προϊόντος και τις εμπορικές συνθήκες.
Για το ελληνικό ελαιόλαδο, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην εξέλιξη της νέας συγκομιδής και στη διαμόρφωση της προσφοράς στις μεγάλες ελαιοπαραγωγικές χώρες. Η πορεία των ισπανικών αποθεμάτων, η ζήτηση από τις διεθνείς αγορές και οι ποσότητες που θα διατεθούν τους επόμενους μήνες αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη διαμόρφωση των τιμών της νέας ελαιοκομικής περιόδου.