Νέο κύμα ανατιμήσεων στα τρόφιμα απειλεί τις αγορές έως το 2027

Αύξηση άνω του 30% στις τιμές του σιταριού από τις αρχές του 2026

Νέες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων διεθνώς ενδέχεται να καταγραφούν προς το τέλος του 2026 και στις αρχές του 2027, καθώς οι διαταραχές στο εμπόριο σιτηρών, το αυξημένο κόστος μεταφορών και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στην παγκόσμια αγορά.

Τον κίνδυνο επιτάχυνσης του πληθωρισμού στα τρόφιμα επισημαίνει ο επικεφαλής οικονομολόγος του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), Μάξιμο Τορέρο, εκτιμώντας ότι οι σημαντικότερες επιπτώσεις από τις σημερινές διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα ενδέχεται να γίνουν αισθητές κατά τους τελευταίους μήνες του έτους και στις αρχές του επόμενου.

Ήδη, οι διεθνείς τιμές του σιταριού έχουν αυξηθεί περισσότερο από 30% από τις αρχές του 2026, ενώ στις σημαντικότερες ασιατικές εξαγωγικές χώρες οι τιμές του ρυζιού καταγράφουν άνοδο από 10% έως 13%, παρά την ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων.

Η ανοδική πορεία αποτυπώνεται και στον Δείκτη Τιμών Τροφίμων του FAO, ο οποίος τον Σεπτέμβριο διαμορφώθηκε στις 136 μονάδες, φτάνοντας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στοιχεία, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2022.

Παράλληλα, στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν ότι κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026 ο πληθωρισμός των τροφίμων ξεπέρασε τον γενικό πληθωρισμό στο 22% των 150 χωρών που εξετάστηκαν, έναντι 14% το προηγούμενο τρίμηνο.

Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις καταγράφονται σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική και στην Ασία, όπου η αύξηση του κόστους βασικών ειδών διατροφής επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Σημαντικό μέρος των πιέσεων αποδίδεται στις δυσκολίες μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων. Οι επιθέσεις σε υποδομές σιτηρών στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα οδηγούν τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στην αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών, αυξάνοντας τόσο το μεταφορικό κόστος όσο και τις ασφαλιστικές δαπάνες.

Σε ορισμένες θαλάσσιες διαδρομές, κυρίως από τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Νοτιοανατολική Ασία, οι ναύλοι έχουν αυξηθεί περίπου κατά 50%, επιβαρύνοντας περαιτέρω το κόστος εισαγωγής σιτηρών.

Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με το Ιράν και οι διαταραχές στη διέλευση εμπορευμάτων από τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν τις τιμές της ενέργειας και δυσχεραίνουν τις εξαγωγές λιπασμάτων.

Παρότι οι τιμές των λιπασμάτων έχουν υποχωρήσει από τα προηγούμενα υψηλά επίπεδα, παραμένουν αυξημένες, επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής και περιορίζοντας τα περιθώρια κερδοφορίας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Οι επιπτώσεις από τη μειωμένη διακίνηση σιτηρών είναι ήδη ορατές σε σημαντικές εισαγωγικές αγορές.

Στην Ινδονησία, οι εισαγωγές σιταριού περιορίστηκαν τον Σεπτέμβριο κατά 41% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τους 491.000 τόνους, σύμφωνα με στοιχεία της Kpler. Οι μειωμένες παραδόσεις πρώτων υλών έχουν ως αποτέλεσμα ορισμένες αλευροβιομηχανίες της χώρας να λειτουργούν με περιορισμένη παραγωγική δυναμικότητα.

Αντίστοιχα, στην Αίγυπτο, η τιμή μιας μεγάλης φραντζόλας ψωμιού που δεν επιδοτείται αυξήθηκε από τις 4 στις 5 αιγυπτιακές λίρες, ενώ στην Ινδία οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες έχουν οδηγήσει σε σημαντικές ανατιμήσεις στη ζάχαρη, στα κρεμμύδια και στα όσπρια.

Ανοδικά κινούνται επίσης οι τιμές του ρυζιού και των φυτικών ελαίων στην Ινδονησία, εντείνοντας τις πιέσεις στους καταναλωτές.

Πέρα από τις υφιστάμενες διαταραχές, αναλυτές εκφράζουν ανησυχία και για το ενδεχόμενο νέας αύξησης της ζήτησης στις διεθνείς αγορές σιτηρών.

Όπως εκτιμά ο ανώτερος οικονομολόγος του Διεθνούς Συμβουλίου Σιτηρών (IGC), Αλεξάντερ Καραβάιτσεφ, τους επόμενους μήνες ενδέχεται να εμφανιστεί νέο κύμα αγορών από μεγάλες εισαγωγικές χώρες, οι οποίες το προηγούμενο διάστημα είχαν περιορίσει τις προμήθειές τους.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές, ιδιαίτερα εάν συμπέσει με μειωμένες διαθέσιμες ποσότητες στις εξαγωγικές αγορές.

Παράλληλα, τα αποθέματα σιτηρών που είχαν δημιουργηθεί έπειτα από τις υψηλές συγκομιδές προηγούμενων περιόδων φαίνεται ότι περιορίζουν σταδιακά τη δυνατότητά τους να απορροφούν τις αναταράξεις της αγοράς.

Προς το παρόν, η παγκόσμια προσφορά καλαμποκιού και σόγιας αξιολογείται ως επαρκής. Ωστόσο, η πορεία των τιμών κατά το επόμενο έτος θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη των καλλιεργειών στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Νότια Αμερική, καθώς και από τις συγκομιδές σιταριού στην Αυστραλία και την Αργεντινή.

Πρόσθετο παράγοντα αβεβαιότητας αποτελούν οι ξηρασίες που συνδέονται με το φαινόμενο Ελ Νίνιο, καθώς ενδεχόμενη επιδείνωση των καιρικών συνθηκών μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω περιορισμό της παραγωγής.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών, ενδεχόμενες μειώσεις στις προβλέψεις συγκομιδής των σημαντικότερων εξαγωγικών χωρών, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ενέργειας, λιπασμάτων και μεταφορών, θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα και κατά τη διάρκεια του 2027.