Ανεβαίνουν οι τιμές στις πρωτεΐνες γάλακτος, πιέσεις σε βούτυρο και κρέμα

Κατά 2,2% εκτιμάται ότι θα αυξηθεί η παραγωγή γάλακτος το 2026

Δύο διαφορετικές ταχύτητες διαμορφώνονται στη διεθνή αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς οι τιμές των πρωτεϊνών γάλακτος κινούνται ανοδικά, την ώρα που το βούτυρο, η κρέμα γάλακτος και τα υπόλοιπα γαλακτικά λιπαρά δέχονται αυξανόμενες πιέσεις. Πίσω από αυτή τη διαφοροποίηση βρίσκεται η ενίσχυση της παραγωγής γάλακτος στις μεγαλύτερες παραγωγικές χώρες, σε συνδυασμό με τη ζήτηση που παραμένει χαμηλότερη από τις αρχικές προσδοκίες της αγοράς.

Σύμφωνα με αναλυτές της Infagro, παρά τη συγκρατημένη ανάκαμψη της διεθνούς ζήτησης, οι διαθέσιμες ποσότητες γάλακτος αυξάνονται στις βασικές παραγωγικές περιοχές του πλανήτη, δημιουργώντας συνθήκες που περιορίζουν τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου των τιμών.

Οι εκτιμήσεις για το τελευταίο τρίμηνο του 2026 δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας για σημαντική ανατίμηση των γαλακτοκομικών προϊόντων. Η επάρκεια νωπού γάλακτος, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ζήτηση από τους καταναλωτές και τη βιομηχανία τροφίμων, εξακολουθεί να επηρεάζει την πορεία της αγοράς.

Στην Ευρώπη, η παραγωγή γάλακτος συνεχίζει να αυξάνεται, αν και ο ρυθμός ανάπτυξης παρουσιάζει σταδιακή επιβράδυνση. Οι ποσότητες που παραδίδονται στις γαλακτοβιομηχανίες έχουν ξεπεράσει τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ενισχύοντας τη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης.

Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει σε υποχώρηση των τιμών στη βραχυπρόθεσμη αγορά νωπού γάλακτος και κρέμας γάλακτος, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τον τομέα των γαλακτικών λιπαρών.

Το βούτυρο βρίσκεται μεταξύ των προϊόντων που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες πιέσεις, καθώς η αυξημένη προσφορά πρώτης ύλης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της κατανάλωσης.

Παρά την υποχώρηση των τιμών σε επιμέρους αγορές, ορισμένες μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες συνεχίζουν να αυξάνουν τις τιμές που καταβάλλουν στους παραγωγούς για το νωπό γάλα. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι εμπορικές συνθήκες και οι πολιτικές τιμολόγησης δεν ακολουθούν ενιαία κατεύθυνση σε όλες τις περιοχές και τις επιχειρήσεις.

Αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής καταγράφεται και εκτός Ευρώπης.

Στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία οι ποσότητες γάλακτος ενισχύονται, ενώ ανοδικά κινείται η παραγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις χώρες της Νότιας Αμερικής.

Στην αμερικανική αγορά, σημαντικό μέρος των πρόσθετων ποσοτήτων γάλακτος κατευθύνεται στην τυροκομία. Με αυτόν τον τρόπο, οι μεταποιητικές επιχειρήσεις επιχειρούν να απορροφήσουν την αυξημένη προσφορά πρώτης ύλης, διοχετεύοντάς την στην παραγωγή τυριών.

Ωστόσο, η συνέχιση της ανοδικής πορείας της παραγωγής δεν θεωρείται δεδομένη σε όλες τις περιοχές.

Στην Ωκεανία, οι καιρικές συνθήκες ενδέχεται να επιδεινωθούν τους επόμενους μήνες, δημιουργώντας κινδύνους για τις αποδόσεις των γαλακτοπαραγωγικών εκμεταλλεύσεων. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στο ενδεχόμενο εκδήλωσης του κλιματικού φαινομένου Ελ Νίνιο, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει τις συνθήκες παραγωγής στις σημαντικές εξαγωγικές χώρες της περιοχής.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγή γάλακτος προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,2% το 2026, ενώ για το 2027 αναμένεται επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο 1%.

Παρότι η μικρότερη αύξηση της παραγωγής θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσθετη προσφορά στην αγορά, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ζήτηση θα εξακολουθήσει να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την εξέλιξη των τιμών.

Οι λιανικές πωλήσεις γαλακτοκομικών προϊόντων δεν έχουν ανταποκριθεί μέχρι στιγμής στις προσδοκίες, ενώ σημάδια εξασθένησης εμφανίζει και η ζήτηση από τη βιομηχανία τροφίμων.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να επηρεάζει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, ενώ οι διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου και τα υψηλά επιτόκια δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και παραγωγούς.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η διαφορά στην πορεία των τιμών μεταξύ πρωτεϊνών και λιπαρών γάλακτος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη μεταποιητική βιομηχανία.

Τα προϊόντα που βασίζονται στις πρωτεΐνες γάλακτος παρουσιάζουν ισχυρότερη εικόνα τιμών, ενώ το βούτυρο, η κρέμα γάλακτος και τα υπόλοιπα γαλακτικά λιπαρά εξακολουθούν να επηρεάζονται από τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης.

Η διαφοροποίηση αυτή επηρεάζει τις εμπορικές επιλογές των γαλακτοβιομηχανιών, καθώς η οικονομική απόδοση της μεταποίησης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το είδος των προϊόντων που παράγονται και τις τιμές στις οποίες μπορούν να διατεθούν.

Για τους κτηνοτρόφους, η πορεία των διεθνών τιμών αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που επηρεάζει τις προοπτικές της αγοράς γάλακτος. Ωστόσο, οι μεταβολές στις τιμές των βιομηχανικών γαλακτοκομικών προϊόντων δεν μεταφέρονται αυτομάτως στις τιμές παραγωγού, οι οποίες διαμορφώνονται και από τις εγχώριες συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, τις συμβάσεις με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις και το κόστος παραγωγής.

Το επόμενο διάστημα, η διεθνής αγορά αναμένεται να κινηθεί υπό την επίδραση τριών βασικών παραγόντων: της εξέλιξης της παραγωγής στις μεγάλες γαλακτοπαραγωγικές χώρες, της δυνατότητας ανάκαμψης της κατανάλωσης και των καιρικών συνθηκών στις σημαντικότερες εξαγωγικές περιοχές.

Προς το παρόν, η αυξημένη προσφορά γάλακτος εξακολουθεί να περιορίζει τα περιθώρια γενικευμένης ανόδου των τιμών, με την αγορά των πρωτεϊνών να εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με εκείνη των γαλακτικών λιπαρών.