Σταθεροποίηση σε ουρία και ποτάσα, υποχώρηση στα φωσφορικά
Σημάδια αποκλιμάκωσης των πιέσεων εμφανίζει η διεθνής αγορά λιπασμάτων στα τέλη Οκτωβρίου, καθώς η συγκρατημένη ζήτηση και η αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων περιορίζουν τα περιθώρια για νέες ανατιμήσεις. Μετά από μια περίοδο σημαντικών αυξήσεων, οι μεγάλοι αγοραστές εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικοί, αναβάλλοντας σε αρκετές περιπτώσεις τις προμήθειές τους με την προσδοκία χαμηλότερων τιμών.
Σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της BINFIELD, η αγορά ορυκτών λιπασμάτων εισέρχεται σε φάση σχετικής σταθεροποίησης, χωρίς ωστόσο να έχουν εκλείψει οι παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν νέες διακυμάνσεις. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, τα προβλήματα στις μεταφορές και η εποχική ζήτηση εξακολουθούν να επηρεάζουν τις εμπορικές συναλλαγές.
Στην αγορά των αζωτούχων λιπασμάτων, η ουρία βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων, καθώς οι υψηλές τιμές έχουν περιορίσει τη διάθεση των εισαγωγέων για άμεσες αγορές.
Οι εμπορικές κινήσεις πραγματοποιούνται με μεγαλύτερη προσοχή, ενώ η αγορά αναμένει την πιθανή προκήρυξη νέου διαγωνισμού εισαγωγών από την Ινδία, μια εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει τη ζήτηση και τη διαμόρφωση των διεθνών τιμών.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη και η Βραζιλία εξακολουθούν να εμφανίζουν σταθερές ανάγκες προμήθειας ουρίας, αν και ο ρυθμός των αγορών έχει επιβραδυνθεί.
Πρόσθετη πίεση δημιουργεί η αύξηση των κινεζικών εξαγωγών, καθώς περισσότερες ποσότητες ουρίας διοχετεύονται στη διεθνή αγορά. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών και περιορίζει τις δυνατότητες περαιτέρω ανόδου των τιμών.
Πιο ισορροπημένη είναι η κατάσταση στο θειικό αμμώνιο, όπου η προσφορά και η ζήτηση κινούνται σε σχετικά σταθερά επίπεδα. Η Κίνα διατηρεί τον ρόλο του βασικού προμηθευτή, ενώ η Βραζιλία εξακολουθεί να στηρίζει την εισαγωγική δραστηριότητα.
Διαφορετική εικόνα καταγράφεται στα φωσφορικά λιπάσματα, όπου οι τιμές αρχίζουν να εμφανίζουν σημάδια υποχώρησης.
Το διαμμωνικό φωσφορικό λίπασμα (DAP) δέχεται πιέσεις από τη μειωμένη αγοραστική δραστηριότητα και τα επαρκή αποθέματα που διαθέτουν μεγάλες εισαγωγικές αγορές, όπως η Ινδία και το Πακιστάν.
Αντίθετα, το μονοαμμωνικό φωσφορικό λίπασμα (MAP) παρουσιάζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, διατηρώντας σχετικά σταθερότερη εικόνα σε σύγκριση με το DAP.
Οι αγοραστές στη Νότια Ασία φαίνεται να επιλέγουν στάση αναμονής, μεταθέτοντας τη σύναψη νέων συμβολαίων σε μεταγενέστερο χρόνο, με την προσδοκία ότι θα εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους όρους αγοράς.
Σημαντικό ρόλο στην πορεία των φωσφορικών λιπασμάτων αναμένεται να διαδραματίσει και η αγορά θείου. Μετά τις έντονες ανατιμήσεις που σημειώθηκαν κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, οι τιμές του συγκεκριμένου υλικού βρίσκονται πλέον σε φάση διόρθωσης.
Η αύξηση της διαθεσιμότητας θείου μπορεί να περιορίσει το κόστος παραγωγής των φωσφορικών λιπασμάτων, δημιουργώντας προϋποθέσεις για περαιτέρω υποχώρηση των τιμών τους το επόμενο διάστημα.
Σχετική σταθερότητα επικρατεί και στην αγορά ποτάσας, αν και η εικόνα των αποθεμάτων και της ζήτησης αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μειώσεων.
Στην Κίνα, τα υψηλά αποθέματα περιορίζουν την ανάγκη για άμεσες αγορές, ενώ η υποτονική ζήτηση δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Από την άλλη πλευρά, η Ινδονησία εξακολουθεί να προμηθεύεται χλωριούχο κάλιο (MOP), διατηρώντας εμπορική δραστηριότητα στη συγκεκριμένη κατηγορία.
Παράλληλα, η επιστροφή της λευκορωσικής ποτάσας στην αμερικανική αγορά αυξάνει τις διαθέσιμες ποσότητες, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των εξαγωγικών χωρών.
Ωστόσο, τα προβλήματα στις μεταφορές και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και τη Ρωσία, εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντα αβεβαιότητας. Ενδεχόμενες διαταραχές στη διακίνηση των προϊόντων θα μπορούσαν να περιορίσουν προσωρινά την προσφορά και να στηρίξουν τις τιμές.
Σύμφωνα με τους αναλυτές της BINFIELD, καθοριστική για την εξέλιξη της αγοράς θα είναι η επανεμφάνιση μεγάλων αγοραστών, καθώς και η πορεία της παραγωγής και των μεταφορών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι διαπραγματεύσεις της Κίνας για τα συμβόλαια προμήθειας ποτάσας του 2027, καθώς οι τιμές που θα συμφωνηθούν ενδέχεται να επηρεάσουν τα επίπεδα αναφοράς στη διεθνή αγορά προς το τέλος του έτους. Η πορεία των αποθεμάτων, το κόστος μεταφοράς και οι εμπορικές συνθήκες στην εγχώρια αγορά θα καθορίσουν κατά πόσο η υποχώρηση των διεθνών πιέσεων θα μεταφερθεί τελικά στις τιμές που πληρώνουν οι παραγωγοί.
Προς το παρόν, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας αγοράς που αναζητά ισορροπία μετά τις προηγούμενες αυξήσεις, με τα υψηλά αποθέματα και τη συγκρατημένη ζήτηση να λειτουργούν ανασταλτικά σε έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων.