Βούτυρο: Αύξηση 50 ευρώ ανά τόνο μέσα σε μία εβδομάδα στην ευρωπαϊκή αγορά

Η μειωμένη παραγωγή γάλακτος ανεβάζει το κόστος για τις γαλακτοβιομηχανίες

Ανοδική πορεία αρχίζουν να καταγράφουν και πάλι οι τιμές του βουτύρου στην ευρωπαϊκή αγορά, έπειτα από αρκετούς μήνες υποχώρησης, καθώς η εποχική μείωση της παραγωγής γάλακτος περιορίζει τη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης και αυξάνει το κόστος για τις γαλακτοβιομηχανίες. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των υπόλοιπων γαλακτοκομικών προϊόντων παρουσιάζουν διαφορετικές τάσεις, με το τυρί τσένταρ να παραμένει σταθερό και το πλήρες γάλα σε σκόνη να καταγράφει μικρή υποχώρηση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει το Farmers Journal, οι ευρωπαϊκές τιμές βουτύρου αυξήθηκαν κατά 50 ευρώ ανά τόνο στα τέλη Οκτωβρίου, φτάνοντας περίπου τα 3.700 ευρώ τον τόνο.

Η μεταβολή αυτή σηματοδοτεί μια πρώτη αντιστροφή της πτωτικής πορείας των προηγούμενων μηνών, με την αγορά να επηρεάζεται κυρίως από τις μειωμένες ποσότητες γάλακτος που φτάνουν στις μονάδες μεταποίησης.

Η εποχική κάμψη της γαλακτοπαραγωγής καταγράφεται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και σε περιοχές όπου οι γεννήσεις των ζώων πραγματοποιούνται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και η παραγωγή διατηρείται πιο ομοιόμορφη.

Η περιορισμένη προσφορά έχει οδηγήσει σε άνοδο και την τιμή του νωπού γάλακτος στην αγορά άμεσης παράδοσης (spot), η οποία διαμορφώνεται πλέον κοντά στα 47 λεπτά ανά λίτρο.

Για τις ευρωπαϊκές γαλακτοβιομηχανίες, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος προμήθειας πρώτης ύλης, επηρεάζοντας την παραγωγή βουτύρου, τυριών και γάλακτος σε σκόνη.

Ωστόσο, η αύξηση του κόστους δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη άνοδο των τιμών σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων.

Το τυρί τσένταρ διατηρήθηκε στα 3.800 ευρώ ανά τόνο, χωρίς μεταβολή σε εβδομαδιαία βάση, ενώ το πλήρες γάλα σε σκόνη υποχώρησε κατά 25 ευρώ ανά τόνο.

Αντίθετα, η ζήτηση για αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη παραμένει ισχυρή, διατηρώντας τις τιμές κοντά στα προηγούμενα υψηλά επίπεδα.

Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι οι επιμέρους αγορές γαλακτοκομικών δεν ακολουθούν ενιαία πορεία, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν κοινές πιέσεις από την πλευρά του κόστους παραγωγής.

Την ίδια ώρα, διαφορετική εικόνα παρουσιάζει η αγορά γάλακτος στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η παραγωγή εξακολουθεί να αυξάνεται.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, οι παραδόσεις γάλακτος στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2026 ήταν περίπου 2% υψηλότερες σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.

Η αύξηση της αμερικανικής παραγωγής ενδέχεται να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στις διεθνείς αγορές, καθώς περισσότερες ποσότητες βουτύρου, τυριών και γάλακτος σε σκόνη μπορούν να διατεθούν από τις ΗΠΑ.

Για τους Ευρωπαίους εξαγωγείς, αυτό δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου των τιμών, παρά τη μείωση της διαθέσιμης πρώτης ύλης στην ευρωπαϊκή αγορά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται τα οικονομικά αποτελέσματα των αμερικανικών γαλακτοκομικών εκμεταλλεύσεων.

Οι υψηλές τιμές των βοοειδών προσφέρουν σημαντικά πρόσθετα έσοδα στους παραγωγούς, καθώς οι πωλήσεις μοσχαριών και αγελάδων που αποσύρονται από την παραγωγή αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 20% του συνολικού εισοδήματος των εκμεταλλεύσεων.

Μάλιστα, για ορισμένους παραγωγούς, τα συγκεκριμένα έσοδα αποτελούν την κύρια πηγή κέρδους, επιτρέποντάς τους να αντισταθμίζουν μέρος του κόστους γαλακτοπαραγωγής.

Η κατάσταση αυτή συνδέεται με τα ιστορικά χαμηλά αποθέματα βοοειδών στις ΗΠΑ, τα οποία έχουν συμβάλει στη διατήρηση υψηλών τιμών στην αγορά βόειου κρέατος.

Ωστόσο, ενδεχόμενη υποχώρηση των τιμών του κρέατος θα μπορούσε να περιορίσει την κερδοφορία των αμερικανικών γαλακτοκομικών εκμεταλλεύσεων και να επιβραδύνει την αύξηση της παραγωγής γάλακτος.

Για την ευρωπαϊκή γαλακτοκομία, η πορεία των επόμενων μηνών θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διαθεσιμότητα νωπού γάλακτος, τη ζήτηση για μεταποιημένα προϊόντα και τις κινήσεις των μεγάλων εξαγωγικών χωρών.

Η εποχική μείωση της παραγωγής στην Ευρώπη δημιουργεί προϋποθέσεις στήριξης των τιμών του βουτύρου και του αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη. Ωστόσο, η αυξανόμενη προσφορά από τις ΗΠΑ ενδέχεται να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις διεθνείς αγορές.

Το βασικό ζήτημα για τις ευρωπαϊκές γαλακτοβιομηχανίες είναι ότι καλούνται να προμηθεύονται ακριβότερο γάλα, χωρίς να μπορούν απαραίτητα να μετακυλίσουν το πρόσθετο κόστος στις τιμές πώλησης όλων των προϊόντων τους.