Προβληματισμός για τις ελληνοποιήσεις και το κόστος παραγωγής
Στο 70%-80% της εγχώριας ζήτησης περιορίζεται η κάλυψη από την ελληνική παραγωγή αυγών, με τη χώρα να εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές για την κάλυψη των αναγκών της. Παρά τα βήματα ανάκαμψης που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, ο κλάδος παραμένει αντιμέτωπος με σημαντικές προκλήσεις, από το αυξημένο κόστος παραγωγής και τις ελληνοποιήσεις εισαγόμενων προϊόντων έως την ανάγκη επενδύσεων για την αύξηση του ζωικού κεφαλαίου.
Όπως επισημαίνει, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο γενικός διευθυντής της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αυγού και Προϊόντων Αυγού (ΕΔΟΑΠΑ), Γιάννης Λιάρος, η ελληνική αυγοπαραγωγή διαθέτει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στις εξαγωγές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης το ζωικό κεφάλαιο του κλάδου μειώθηκε κατά περίπου 40%, εξέλιξη που επηρέασε σημαντικά την παραγωγική δυναμικότητα της χώρας.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή ανάκαμψη, με τον αριθμό των αυγοπαραγωγών ορνίθων να υπολογίζεται σήμερα μεταξύ 4 και 4,5 εκατομμυρίων.
Ωστόσο, όπως εκτιμά ο κ. Λιάρος, για να μπορέσει η ελληνική παραγωγή να καλύψει πλήρως τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς και παράλληλα να αναπτύξει εξαγωγική δραστηριότητα, θα απαιτούνταν περίπου 7,5 έως 8 εκατομμύρια όρνιθες.
Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια παραγωγή αυγών στην Ελλάδα εκτιμάται σε περίπου 1,4 δισεκατομμύρια τεμάχια.
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύει τις δυνατότητες ανάπτυξης της αγοράς είναι η κατανάλωση. Στην Ελλάδα υπολογίζεται σε περίπου 150 αυγά ανά κάτοικο ετησίως, ενώ, σύμφωνα με τον κ. Λιάρο, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι τουλάχιστον διπλάσιος.
Η διαφορά αυτή, κατά τον ίδιο, δείχνει ότι υπάρχουν περιθώρια αύξησης της εγχώριας κατανάλωσης, εφόσον ενισχυθεί παράλληλα και η παραγωγική βάση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στον κλάδο το ζήτημα των ελληνοποιήσεων εισαγόμενων αυγών.
Ο γενικός διευθυντής της ΕΔΟΑΠΑ διευκρινίζει ότι οι εισαγωγές είναι αναγκαίες όσο η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί. Ωστόσο, επισημαίνει ότι πρόβλημα δημιουργείται όταν αυγά που προέρχονται από άλλες χώρες διατίθενται στην αγορά ως ελληνικά.
Αντίστοιχα ζητήματα προκύπτουν, σύμφωνα με τον ίδιο, όταν αυγά από όρνιθες που εκτρέφονται σε κλωβούς παρουσιάζονται ως προϊόντα αχυρώνα ή ελευθέρας βοσκής.
Για την αντιμετώπιση αυτών των πρακτικών, η Διεπαγγελματική ζητά ενίσχυση των ελέγχων και μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά, ενώ διεκδικεί τη δημιουργία δημόσιου και επικαιροποιημένου μητρώου αυγοπαραγωγών.
Σημαντικές αλλαγές καταγράφονται παράλληλα και στις καταναλωτικές προτιμήσεις, με αυξανόμενο ενδιαφέρον για αυγά που προέρχονται από εναλλακτικά συστήματα εκτροφής.
Σήμερα, περίπου το 70%-75% της ελληνικής παραγωγής προέρχεται από όρνιθες που εκτρέφονται σε κλωβούς. Ωστόσο, σταδιακά ενισχύεται η παρουσία των αυγών αχυρώνα, ελευθέρας βοσκής και βιολογικής παραγωγής.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι εύκολη για όλες τις εκμεταλλεύσεις, καθώς απαιτεί μεγαλύτερους χώρους, διαφορετικές εγκαταστάσεις και σημαντικά κεφάλαια.
Όπως εξηγεί ο κ. Λιάρος, αρκετές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες επενδύσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος παραγωγής παραμένει αυξημένο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ανατιμήσεις στις τιμές πώλησης των αυγών τα τελευταία χρόνια ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις αυξήσεις του παραγωγικού κόστους, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και ασκώντας πιέσεις στη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων.
Στις προκλήσεις προστίθεται και η γρίπη των πτηνών, η οποία έχει επηρεάσει την παραγωγή σε άλλες χώρες και έχει προκαλέσει μεταβολές στις εμπορικές ροές και στις τιμές των αυγών στην ευρωπαϊκή αγορά.
Παρά τις δυσκολίες, ο γενικός διευθυντής της ΕΔΟΑΠΑ εμφανίζεται αισιόδοξος για τις προοπτικές της ελληνικής αυγοπαραγωγής, επισημαίνοντας ότι ήδη υπάρχει ενδιαφέρον από αγορές του εξωτερικού για ελληνικά προϊόντα.
Ωστόσο, η ανάπτυξη των εξαγωγών προϋποθέτει, όπως τονίζει, την αύξηση της παραγωγής και την κάλυψη των αναγκών της εγχώριας κατανάλωσης.
Για τον κλάδο, βασικά ζητούμενα παραμένουν η ανανέωση και η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου, η πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια και η αποτελεσματικότερη εποπτεία της αγοράς. Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό κατά πόσο η ελληνική αυγοπαραγωγή θα μπορέσει να περιορίσει την εξάρτηση από εισαγωγές και να αποκτήσει ισχυρότερη παρουσία στις αγορές του εξωτερικού.