Ελαιόλαδο: Η μεγάλη παραγωγή φέρνει αποσύρσεις στην Ισπανία – Τι σημαίνει για την αγορά

Πάνω από 1,6 εκατ. τόνοι η φετινή παραγωγή – Στο τραπέζι η αποθήκευση ποσοτήτων για να περιοριστεί η προσφορά

Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας ιδιαίτερα μεγάλης παραγωγής ελαιολάδου βρίσκεται η Ισπανία και αναζητά τρόπους να αποφύγει τη συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων στην αγορά. Με τις εκτιμήσεις να ξεπερνούν τους 1,6 εκατ. τόνους και τα αποθέματα να εμφανίζονται αισθητά αυξημένα, η μεγαλύτερη ελαιοπαραγωγός χώρα της Ευρώπης προετοιμάζει έναν μηχανισμό προσωρινής απόσυρσης ελαιολάδου, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τις πιέσεις που μπορεί να προκαλέσει η αυξημένη προσφορά.

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις 15 Νοεμβρίου, καθώς έως τότε το ισπανικό υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων (MAPA) αναμένεται να καθορίσει το ποσοστό του ελαιολάδου που θα πρέπει να αποσυρθεί, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή αγορά, καθώς οι ποσότητες που παράγει η Ισπανία επηρεάζουν τις εμπορικές ισορροπίες και τις τιμές και στις υπόλοιπες ελαιοπαραγωγικές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Η εικόνα της νέας ελαιοκομικής περιόδου 2026/27 εξηγεί γιατί η Μαδρίτη εξετάζει την παρέμβαση. Η ισπανική παραγωγή εκτιμάται στους 1.602.596 τόνους, αυξημένη κατά 23% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Εφόσον η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για την τέταρτη μεγαλύτερη παραγωγή στην ιστορία της χώρας.

Πίσω από αυτή την αύξηση βρίσκονται κυρίως οι καιρικές συνθήκες της περασμένης άνοιξης. Οι ήπιες θερμοκρασίες και οι άφθονες βροχοπτώσεις στις βασικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές ευνόησαν την ανθοφορία και την καρπόδεση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά.

Ωστόσο, η μεγάλη συγκομιδή δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που προκαλεί προβληματισμό.

Η Ισπανία μπήκε στη νέα ελαιοκομική περίοδο με αποθέματα 357.040 τόνων, αυξημένα κατά 23,3% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, σύμφωνα με τα στοιχεία του ισπανικού Συστήματος Πληροφοριών Ελαιοκομικών Αγορών που δημοσιοποιήθηκαν στις 28 Οκτωβρίου.

Με άλλα λόγια, στην αναμενόμενη νέα παραγωγή προστίθενται σημαντικές ποσότητες ελαιολάδου από την προηγούμενη περίοδο, αυξάνοντας τη συνολική διαθέσιμη προσφορά.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να διαχειριστεί το ισπανικό υπουργείο, ενεργοποιώντας τη δυνατότητα προσωρινής απόσυρσης ελαιολάδου από την εμπορική κυκλοφορία.

Ο μηχανισμός προβλέπει ότι μέρος της παραγωγής μπορεί να παραμείνει αποθηκευμένο μέχρι την επόμενη ελαιοκομική περίοδο, αντί να διατεθεί άμεσα στην αγορά. Εναλλακτικά, προβλέπεται η δυνατότητα διοχέτευσης ποσοτήτων σε μη διατροφικές χρήσεις.

Πρόκειται για παρέμβαση που αποσκοπεί στη ρύθμιση της προσφοράς και όχι σε μια γενικευμένη απαγόρευση εμπορίας ελαιολάδου.

Ωστόσο, η εφαρμογή του μέτρου δεν είναι δεδομένη. Για να ενεργοποιηθεί, πρέπει το άθροισμα των αρχικών αποθεμάτων και της εκτιμώμενης παραγωγής να φτάνει τουλάχιστον το 120% του μέσου αντίστοιχου αθροίσματος των έξι προηγούμενων ελαιοκομικών περιόδων.

Το συγκεκριμένο κριτήριο έχει θεσπιστεί ώστε η παρέμβαση να χρησιμοποιείται σε περιόδους ιδιαίτερα υψηλής διαθεσιμότητας ελαιολάδου.

Εφόσον διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, η απόσυρση θα αφορά τα ελαιοτριβεία σε ολόκληρη την Ισπανία.

Το ποσοστό θα υπολογίζεται επί της συνολικής παραγωγής που έχει συγκεντρωθεί κάθε μήνα, ενώ οι επιχειρήσεις θα μπορούν να επιλέγουν την κατηγορία ελαιολάδου με την οποία θα καλύπτουν την υποχρέωσή τους.

Το μέτρο βασίζεται στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και συγκεκριμένα στο άρθρο 167α του Κανονισμού 1308/2013, καθώς και στο ισπανικό Βασιλικό Διάταγμα 84/2021.

Το ποσοστό απόσυρσης θα καθοριστεί με απόφαση της αρμόδιας Γενικής Διεύθυνσης του MAPA πριν από τις 15 Νοεμβρίου και θα αφορά την ελαιοκομική περίοδο 2026/27.

Μάλιστα, θα υπάρχει δυνατότητα αναπροσαρμογής του, ανάλογα με τις ποσότητες που θα αποθηκεύονται και τις συνθήκες που θα διαμορφώνονται στην αγορά.

Για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς και τις επιχειρήσεις εμπορίας, οι εξελίξεις στην Ισπανία έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η μεγάλη ισπανική παραγωγή μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό και να πιέσει τις τιμές, ενώ η προσωρινή απόσυρση ποσοτήτων αποσκοπεί στον περιορισμό αυτής της πίεσης.