Βοσκότοποι: Με νέα κριτήρια η κατανομή στους κτηνοτρόφους

Στο επίκεντρο οι δηλώσεις ζωικού κεφαλαίου και τα στοιχεία παραγωγής

Με βάση τα ζώα που δηλώνουν οι κτηνοτρόφοι στην Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης (ΕΑΕ), αλλά και τα στοιχεία που προκύπτουν από την πραγματική παραγωγική τους δραστηριότητα, θα πραγματοποιείται η κατανομή των βοσκοτόπων, σύμφωνα με το νέο κανονιστικό πλαίσιο που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

Η κοινή απόφαση των υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του διοικητή της ΑΑΔΕ αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται το ζωικό κεφάλαιο, εισάγει πρόσθετες διασταυρώσεις στοιχείων και προβλέπει ειδικές διαδικασίες για κτηνοτρόφους που έχουν υποστεί απώλειες ζώων λόγω επιζωοτιών ή άλλων έκτακτων περιστάσεων.

Μία από τις βασικότερες αλλαγές αφορά τον αριθμό των αιγοπροβάτων που λαμβάνεται υπόψη κατά την κατανομή. Πλέον, ο κτηνοτρόφος θα δηλώνει στην ΕΑΕ τα ζώα που διατηρεί πραγματικά στην εκμετάλλευσή του κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, χωρίς να δεσμεύεται από τον αριθμό που είχε καταγραφεί στην προηγούμενη απογραφή του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Κτηνιατρικής (ΟΠΣΚ).

Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να αποτυπώνονται οι αλλαγές που έχουν προκύψει στο κοπάδι μετά την απογραφή, είτε πρόκειται για γεννήσεις και αγορές είτε για πωλήσεις, σφαγές, θανάτους και άλλες απώλειες ζώων.

Η διαφορά μεταξύ της απογραφής και της δήλωσης δεν οδηγεί αυτομάτως σε αποκλεισμό των ζώων από τη διαδικασία. Ωστόσο, οι δηλώσεις θα ελέγχονται και, εάν διαπιστωθεί ότι περιλαμβάνουν ζώα που δεν υπάρχουν στην εκμετάλλευση ή δεν επιβεβαιώνονται από τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Βάσης Ιχνηλασιμότητας, τα συγκεκριμένα ζώα θα θεωρούνται μη επιλέξιμα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις προβλέπεται ανάκληση της κατανομής, επιβολή διοικητικών κυρώσεων και επιστροφή ποσών που έχουν καταβληθεί χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις.

Για τις εκτροφές που υπάγονται στην υποχρέωση ηλεκτρονικής σήμανσης των αιγοπροβάτων με ενδοστομαχικούς βώλους, ο αριθμός των δηλωθέντων ζώων ηλικίας άνω των έξι μηνών θα προσδιορίζεται από τις καταχωρίσεις στην Ψηφιακή Βάση Ιχνηλασιμότητας.

Πέρα από τις δηλώσεις των παραγωγών, μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτούν και τα στοιχεία που αποτυπώνουν την οικονομική και παραγωγική δραστηριότητα κάθε εκμετάλλευσης.

Για τον προσδιορισμό του ζωικού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στην κατανομή της επιλέξιμης έκτασης, θα λαμβάνεται ως τελικός αριθμός η μεγαλύτερη τιμή που προκύπτει από τα δεδομένα παραδόσεων γάλακτος, σφαγών και φορολογικών στοιχείων.

Στους ελέγχους θα αξιοποιούνται επίσης τα τιμολόγια και οι οικονομικές συναλλαγές που συνδέονται με δραστηριότητες εμπορίας γάλακτος, κρέατος και των παραγώγων τους, μέσω των αντίστοιχων Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (ΚΑΔ).

Παράλληλα, καθιερώνεται ενιαίος δείκτης εισοδήματος ανά Περιφερειακή Ενότητα, ο οποίος θα εφαρμόζεται τόσο σε κτηνοτρόφους με καταγεγραμμένες παραδόσεις γάλακτος ή σφαγές στο σύστημα ΑΡΤΕΜΙΣ του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ όσο και σε παραγωγούς που δεν δραστηριοποιούνται στους συγκεκριμένους τομείς.

Όταν το εισόδημα ή η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης είναι μηδενικά, ο δείκτης θα λαμβάνει την τιμή 1.

Οι αλλαγές επεκτείνονται και στις εκτάσεις που μπορούν να διατεθούν για βοσκή. Το χαρτογραφικό υπόβαθρο του ΟΣΔΕ θα επικαιροποιείται με δεδομένα από τα Διαχειριστικά Σχέδια Βόσκησης, τους ορθοφωτοχάρτες και το ενωσιακό σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων.

Η συνολική έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων της χώρας προσδιορίζεται σε 1.934.241,83 εκτάρια. Ωστόσο, η ετήσια κατανομή θα βασίζεται στην επιλέξιμη έκταση που αποτυπώνεται στο επικαιροποιημένο χαρτογραφικό υπόβαθρο του ΟΣΔΕ κατά την έναρξη της περιόδου υποβολής της ΕΑΕ.

Διαφορετική διαδικασία προβλέπεται για τα μικρά νησιά στα οποία δεν λειτουργούν τυροκομεία και σφαγεία. Εκεί, η κατανομή θα γίνεται χωρίς την εφαρμογή κριτηρίων παραγωγικής δραστηριότητας, με βάση τον μικρότερο αριθμό ζώων μεταξύ εκείνων που δηλώνονται στην ΕΑΕ και εκείνων που εμφανίζονται στην απογραφή του ΟΠΣΚ.

Εφόσον μετά την ολοκλήρωση της κατανομής παραμένουν διαθέσιμες επιλέξιμες εκτάσεις, αυτές θα μπορούν να διατεθούν σε κτηνοτρόφους που πληρούν τα παραγωγικά κριτήρια, μέχρι να ενεργοποιηθούν πλήρως τα δικαιώματά τους. Οι εκτάσεις που απομένουν θα καταγράφονται σε ειδικό πίνακα του Οργανισμού Πληρωμών.

Ξεχωριστή πρόβλεψη υπάρχει για τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις που έχουν πληγεί από έκτακτες καταστάσεις.

Συγκεκριμένα, δίνεται η δυνατότητα συμπληρωματικής ή διορθωτικής κατανομής βοσκοτόπων όταν το ζωικό κεφάλαιο έχει επηρεαστεί από επιζωοτίες, μαζικές θανατώσεις ζώων, φυσικές καταστροφές ή άλλες περιπτώσεις ανωτέρας βίας.

Η ίδια δυνατότητα προβλέπεται και για περιπτώσεις έκτακτης απαλλοτρίωσης βοσκοτόπων για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή περιβαλλοντικής προστασίας.

Η συμπληρωματική κατανομή μπορεί να πραγματοποιείται μέσα στο ίδιο έτος ενίσχυσης, με αιτιολογημένη απόφαση του Οργανισμού Πληρωμών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν διαθέσιμες επιλέξιμες εκτάσεις και οι απαιτούμενες πιστώσεις.

Για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν θα επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, εφόσον ο παραγωγός έχει ενημερώσει εγκαίρως τον Οργανισμό. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας θα καθοριστούν με εγκύκλιο.

Παράλληλα, για την ΕΑΕ 2026 προβλέπεται δυνατότητα υποβολής ενστάσεων από τους παραγωγούς, εφόσον διαπιστώσουν λανθασμένα ή ανακριβή ΚΑΕΚ, χαρακτηρισμό εκτάσεων ως μη επιλέξιμων από το σύστημα παρακολούθησης ή άλλα προβλήματα που συνδέονται με την εφαρμογή της απόφασης.

Οι ενστάσεις θα μπορούν να υποβάλλονται από τη στιγμή που οι ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται για τα σχετικά στοιχεία από τον Οργανισμό Πληρωμών.

Τέλος, η νέα ρύθμιση διευκρινίζει ότι οι εκκρεμότητες που αφορούν τα έτη ενίσχυσης έως και το 2024, καθώς και εκείνες του 2025, θα συνεχίσουν να διευθετούνται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν για κάθε αντίστοιχη περίοδο.

Με το νέο πλαίσιο, η κατανομή των βοσκοτόπων συνδέεται περισσότερο με τα δηλωμένα και επαληθευμένα στοιχεία των εκτροφών, ενώ παράλληλα προβλέπονται διαδικασίες για την αντιμετώπιση περιπτώσεων στις οποίες το ζωικό κεφάλαιο ή οι διαθέσιμες εκτάσεις έχουν μεταβληθεί λόγω έκτακτων συνθηκών.

* Δείτε ΕΔΩ την απόφαση