Πιέσεις από το ακριβό φυσικό αέριο και τις ελλείψεις πρώτων υλών
Σε υψηλά επίπεδα εξακολουθούν να κινούνται οι τιμές των λιπασμάτων στην ευρωπαϊκή αγορά, παρά τη συγκρατημένη ζήτηση από τους αγρότες. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, οι δυσκολίες στην προμήθεια πρώτων υλών και τα προβλήματα στις διεθνείς μεταφορές συντηρούν τις πιέσεις, με την ουρία και τα φωσφορικά λιπάσματα να βρίσκονται στο επίκεντρο των ανατιμήσεων.
Στις αρχές Νοεμβρίου, οι τιμές σε μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές, δημιουργώντας προβληματισμό για το κόστος λίπανσης ενόψει της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου.
Στη Γαλλία, στις 2 Νοεμβρίου, η τιμή της ουρίας διαμορφώθηκε στα 637 ευρώ ανά τόνο, ενώ το διαμμωνικό φωσφορικό λίπασμα (DAP) έφτασε τα 957 ευρώ ανά τόνο. Αντίθετα, το χλωριούχο κάλιο (MOP), που χρησιμοποιείται ως καλιούχο λίπασμα, διαμορφώθηκε στα 372,25 ευρώ ανά τόνο.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται στη Γερμανία, όπου στις 3 Νοεμβρίου η ουρία διαπραγματευόταν μεταξύ 605 και 745 ευρώ ανά τόνο, ανάλογα με την περιοχή. Οι τιμές του υγρού αζωτούχου λιπάσματος UAN κυμαίνονταν από 425 έως 495 ευρώ ανά τόνο.
Το φυσικό αέριο παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης των τιμών, καθώς αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων. Οι υψηλές τιμές του αυξάνουν το κόστος λειτουργίας των ευρωπαϊκών εργοστασίων, περιορίζοντας τα περιθώρια αποκλιμάκωσης των τιμών.
Την ίδια στιγμή, οι δυσκολίες στις μεταφορές και στην εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων πρώτων υλών δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στα φωσφορικά λιπάσματα, όπου το κόστος παραγωγής επηρεάζεται σημαντικά από την πορεία των τιμών του θείου.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, οι τιμές του θείου έχουν ξεπεράσει τα 1.000 δολάρια ανά τόνο, ενώ οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ αυξάνουν τον κίνδυνο περιορισμού της προσφοράς.
Το θείο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων και οι υψηλές τιμές του μεταφέρονται στο κόστος παραγωγής προϊόντων όπως το DAP.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές και στη βιομηχανία λιπασμάτων. Η Mosaic έχει αναστείλει τη λειτουργία ορισμένων παραγωγικών εγκαταστάσεων, ενώ παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι οι πιέσεις στις τιμές ενδέχεται να διατηρηθούν έως την άνοιξη του 2027.
Υψηλές παραμένουν οι τιμές και στην Πολωνία, όπου στα τέλη Οκτωβρίου και στις αρχές Νοεμβρίου η ουρία πωλούνταν μεταξύ 2.638 και 3.211 ζλότι ανά τόνο, χωρίς ΦΠΑ, ανάλογα με την περιοχή.
Το νιτρικό αμμώνιο διαμορφωνόταν μεταξύ 2.116 και 2.392 ζλότι ανά τόνο, επιβεβαιώνοντας ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές αγορές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πολωνικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο εισαγωγής έως 100.000 τόνων ουρίας από την Αίγυπτο, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς.
Η αιγυπτιακή ουρία εκτιμάται ότι θα κοστίζει περίπου 2.280 ζλότι ανά τόνο, σημαντικά χαμηλότερα από την ουρία πολωνικής παραγωγής, η οποία διατίθεται μεταξύ 2.900 και 3.200 ζλότι ανά τόνο.
Η διαφορά αυτή δημιουργεί προβληματισμό στους εγχώριους παραγωγούς λιπασμάτων, καθώς οι εισαγωγές φθηνότερων προϊόντων ενδέχεται να εντείνουν τον ανταγωνισμό σε μια περίοδο αυξημένου κόστους παραγωγής.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αγορά παρακολουθεί τις κινήσεις μεγάλων εισαγωγικών χωρών, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ενδεχόμενο νέου διαγωνισμού προμήθειας ουρίας από την Ινδία.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει τη διεθνή ζήτηση, επηρεάζοντας τις διαθέσιμες ποσότητες και τις τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά.
Προς το παρόν, πάντως, η αγοραστική δραστηριότητα των Ευρωπαίων αγροτών παραμένει περιορισμένη, γεγονός που συγκρατεί περαιτέρω ανατιμήσεις σε ορισμένες κατηγορίες λιπασμάτων.
Οι υψηλές τιμές συνεχίζουν να επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής, ιδιαίτερα για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις με αυξημένες ανάγκες λίπανσης. Η εξέλιξη των τιμών του φυσικού αερίου, η διαθεσιμότητα θείου και οι συνθήκες στις διεθνείς μεταφορές θα επηρεάσουν το κόστος προμήθειας λιπασμάτων για τις ανοιξιάτικες καλλιέργειες του 2027.