Δεν προβλέπεται αναβολή της οριστικής φάσης του CBAM, η οποία ξεκινά κανονικά το 2026.
Η Ευρωβουλευτής Γαλάτω Αλεξανδράκη εξέφρασε έντονους προβληματισμούς σχετικά με την εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) από την 1η Ιανουαρίου 2026. Σύμφωνα με την ερώτησή της, η έλλειψη σαφών δεικτών αναφοράς και τιμών δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας που απειλεί την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας. Η εκτιμώμενη επιβάρυνση 20-30% στο κόστος των λιπασμάτων (όπως η ουρία) αναμένεται να μετακυλιστεί στους αγρότες, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των καλλιεργειών, ιδιαίτερα σε χώρες με προβλήματα ρευστότητας όπως η Ελλάδα.
Απαντώντας εκ μέρους της Κομισιόν, ο κ. Hoekstra ξεκαθάρισε ότι δεν προβλέπεται αναβολή της οριστικής φάσης του CBAM, η οποία ξεκινά κανονικά το 2026. Η Επιτροπή τόνισε ότι οι λεπτομερείς κανόνες και η μεθοδολογία υπολογισμού των εκπομπών έχουν ήδη εγκριθεί από τον Δεκέμβριο του 2025. Όσον αφορά το κόστος, εξήγησε ότι η τιμή των πιστοποιητικών θα προκύπτει από την τριμηνιαία τιμή εκκαθάρισης των δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ, την οποία η Επιτροπή θα δημοσιεύει τακτικά για να παρέχει μεγαλύτερη σαφήνεια στην αγορά.
Για να μετριάσει τον αντίκτυπο των υψηλών τιμών, η Επιτροπή ανακοίνωσε συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η θέσπιση χαμηλότερης προσαύξησης (1%) στις προκαθορισμένες τιμές υπολογισμού της υποχρέωσης για τα λιπάσματα, καθώς και η πρόταση για προσωρινή αναστολή δασμών σε προϊόντα όπως η αμμωνία και η ουρία (εφόσον δεν προέρχονται από τη Ρωσία ή τη Λευκορωσία). Αυτές οι κινήσεις στοχεύουν στην αποσυμφόρηση του κόστους εισαγωγής κατά τη μεταβατική περίοδο.
Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι έχει συμπεριλάβει στη νομοθεσία τη δυνατότητα προσωρινής αναστολής του CBAM για συγκεκριμένα εμπορεύματα, ως δικλείδα ασφαλείας σε περίπτωση απρόβλεπτων περιστάσεων. Παράλληλα, δεσμεύτηκε για τη συνεχή παρακολούθηση της αγοράς μέσω του ειδικού Παρατηρητηρίου Λιπασμάτων, ενώ ανακοίνωσε ότι εντός του πρώτου εξαμήνου του 2026 θα παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα, με στόχο τη διασφάλιση της οικονομικής προσιτότητάς τους για τους Ευρωπαίους παραγωγούς.