Οι πρώτες εκτιμήσεις της Μαδρίτης για τη σεζόν 2026/27 δείχνουν οριακή αύξηση της παραγωγής, με τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού να πλήττουν τα πορτοκάλια, αλλά την εξαγωγική κυριαρχία της χώρας να παραμένει αδιαμφισβήτητη.
Σε τροχιά ελαφράς ανάκαμψης εισέρχεται η παραγωγή εσπεριδοειδών στην Ισπανία για την εμπορική περίοδο 2026/27, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία του ισπανικού Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων. Ο συνολικός όγκος αναμένεται να φτάσει τους 5,74 εκατομμύρια τόνους, καταγράφοντας οριακή άνοδο 1,1% σε σχέση με πέρυσι, αν και παραμένει κατά 4,2% χαμηλότερος από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Οι καιρικές συνθήκες αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της σοδειάς. Ενώ οι χειμερινές και ανοιξιάτικες βροχοπτώσεις εξασφάλισαν επαρκή υδατικά αποθέματα χωρίς να διαταράξουν την ανθοφορία, τα έντονα κύματα καύσωνα του καλοκαιριού προκάλεσαν εκτεταμένη καρπόπτωση, περιορίζοντας τις αρχικές προσδοκίες κυρίως στα πορτοκάλια και τις κλημεντίνες.
Στην κατανομή ανά είδος, τα πορτοκάλια διατηρούν τη μερίδα του λέοντος με 2,8 εκατομμύρια τόνους, υποχωρώντας ωστόσο κατά 4,6% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, με την ποικιλία Navel να καλύπτει το 72% της κατηγορίας. Αντίθετα, τα μικρόκαρπα εσπεριδοειδή (μανταρίνια και κλημεντίνες) ενισχύονται οριακά κατά 0,8% αγγίζοντας τους 1,8 εκατομμύρια τόνους.
Σημαντική ανάκαμψη καταγράφεται στα λεμόνια, η παραγωγή των οποίων εκτινάσσεται κατά 21% στους 991.800 τόνους, με κινητήριο μοχλό την ποικιλία Fino. Παράλληλα, τα γκρέιπφρουτ σημειώνουν ιστορικό ρεκόρ για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ξεπερνώντας τους 110.000 τόνους, εξέλιξη που οφείλεται στη σταθερή διεύρυνση των καλλιεργούμενων εκτάσεων.
Η συγκομιδή αυτή επιβεβαιώνει τη στρατηγική βαρύτητα του κλάδου για την ισπανική ύπαιθρο. Η Ισπανία παραμένει ο κορυφαίος παραγωγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο 6ος παγκοσμίως, κατέχοντας την πρώτη θέση διεθνώς σε αξία εξαγωγών νωπών εσπεριδοειδών με μερίδιο 25%.
Ο έντονα εξαγωγικός προσανατολισμός της χώρας αντικατοπτρίζεται και στα επιμέρους ποσοστά: το 51% του συνόλου της παραγωγής κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές, ποσοστό που ξεπερνά το 60% στα λεμόνια και τα μανταρίνια, ενώ στο γκρέιπφρουτ φτάνει το εντυπωσιακό 82%.