Άρθρο της Παναγιώτας Βράντζα για την Κοινή Αγροτική Πολιτική όπως δημοσιεύθηκε στην ''Αυγή'' της Κυριακής.​

Πολύ σύντομα, από την έναρξη της εφαρμογής της ΚΑΠ, αναγορεύτηκε ως το μείζον, ο τρόπος κατανομής και οι δικαιούχοι των χρημάτων, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις πολιτικές και παραγωγικές στοχεύσεις.

Έτσι στην χώρα μας,  από τη μία οι αγρότες ξαφνικά και χωρίς άγχος, άρχισαν να εισπράττουν «ξεκούραστα» λεφτά. Από  την άλλη, ο πρωτογενής τομέας της χώρας, άρχισε να φθίνει σταθερά και επικίνδυνα από τις αρχές της δεκαετίας του ’80  και συνεχίζει.

Προφανώς οι πόροι μέσω της κοινής αγροτικής πολιτικής αποτέλεσαν ένα σημαντικό εργαλείο και σίγουρα υπήρξαν θετικά αποτελέσματα. Κατά την άποψή μου όμως, τελικά το ισοζύγιο είναι αρνητικό.

 

Το μεγάλο όφελος των ευρωπαϊκών αγροτικών επιδοτήσεων, ήταν η αύξηση του αγροτικού εισοδήματος. Γεγονός που οδήγησε στη συνολική άνοδο του βιοτικού επιπέδου ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού και η εν γένει ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας.

Στον αντίποδα, αυτός ο πακτωλός των χρημάτων δεν συνέβαλε, στο βαθμό που θα μπορούσε, στον εκσυγχρονισμό, την επέκταση και τη μεγέθυνση της παραγωγικής διαδικασίας.

Εδραιώθηκε η αντίληψη ότι το όφελος για τον παραγωγό βρίσκεται πλέον στις επιδοτήσεις και όχι στο προϊόν. Μετά από σχεδόν τις δύο πρώτες δεκαετίες πραγματικά άναρχης μοιρασιάς αυτών των χρημάτων, μπήκε ο όρος ιστορικότητα, ιστορική περίοδος και ιστορικά δικαιώματα.

Πλέον, τις τελευταίες δυο δεκαετίες, έχουμε τους επίσημους και νόμιμους αγρότες του «καναπέ»! Καταλήξαμε έτσι, το 20% των αγροτών να εισπράττει το 80% των επιδοτήσεων, πολύ συχνά, ειδικά σε κάποιους τομείς, με την «ελάχιστη δραστηριότητα»! Είναι τραγικό το γεγονός, ότι για την ίδια καλλιέργεια, ο κάτοχος υψηλής αξίας ιστορικών δικαιωμάτων, έφτασε να εισπράττει ποσά 695 φορές μεγαλύτερα, από αυτόν με τα δικαιώματα χαμηλής αξίας. Όταν βέβαια υπάρχουν και οι «μη προνομιούχοι» χωρίς καθόλου δικαιώματα! 

 

Η χειρότερη και η πιο επικίνδυνη συνέπεια, πέρα και από αυτή του γενικευμένου «εκμαυλισμό» συνειδήσεων, είναι το «κλείσιμο» του αγροτικού επαγγέλματος. Το γεγονός ότι οι νεοεισερχόμενοι στον κλάδο, τόσο νεαρής όσο και μεγαλύτερης ηλικίας, ξεκινούν με το ανταγωνιστικό μειονέκτημα της μη κατανομής επιδοτήσεων, που σημαίνει ότι τίθενται εξ’ ορισμού εκτός αγοράς. Αυτό με τη σειρά του, οδηγεί σε μια κληρονομική διαδοχή από απογόνους κατόχων δικαιωμάτων και μόνο. Με αποτέλεσμα ο μέσος όρος της ηλικίας του αγροτικού πληθυσμού συνεχώς να αυξάνει, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Με δεδομένα λοιπόν: α) τη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, του αγροτικού πληθυσμού και της πρωτογενούς παραγωγής, β) τον πολύ χαμηλό βαθμό αυτάρκειας σε διατροφικά προϊόντα και γ)  τη ραγδαία γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, απαιτείται άμεσα αλλαγή πλεύσης.

Η εθνική επιλογή / πρόταση, της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ το 2014, αποδείχθηκε απολύτως αντιπαραγωγική και σχεδόν καταστροφική. Υποθήκευσε το μέλλον ενός πολύ σημαντικού για τη χώρα κλάδου, στο βωμό των συμφερόντων μιας μικρής «ολιγαρχίας» του κάμπου.

 

Οφείλουμε άμεσα να πάρουμε όλα εκείνα τα μέτρα που θα οδηγήσουν στο «άνοιγμα» του αγροτικού επαγγέλματος.  Θα πρέπει να το καταστήσουμε ελκυστική και συνειδητή επιλογή για νέους ανθρώπους. Οι οποίοι δεν θα χρειάζεται να είναι «κυνηγοί επιδοτήσεων», αλλά παραγωγοί επώνυμων, ποιοτικών, προϊόντων που θα τους εξασφαλίζουν ικανοποιητικό οικονομικό αποτέλεσμα.

 

Έχουμε μπροστά μας τη νέα προγραμματική περίοδο, η οποία θεωρητικώς θα ξεκινούσε το 2021, αλλά όπως όλα δείχνουν η πιθανότερη ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της είναι το 2023!

Είναι ηθική αλλά και ουσιαστική υποχρέωση μιας αριστερής κυβέρνησης να διασφαλίσει την άρση των αδικιών που επέβαλαν με τις επιλογές τους, οι κυβερνήσεις της συντήρησης και του κεφαλαίου. Είναι όμως πρωτίστως υποχρέωση μιας αριστερής κυβέρνησης, να διασφαλίσει το δικαίωμα πρόσβασης όλων των πολιτών της χώρας σε ασφαλή και ποιοτικά διατροφικά προϊόντα.

Ο μύθος και η δικαιολογία περί των δεσμευτικών Ευρωπαϊκών κανονισμών, έχει πλέον καταρριφθεί πλήρως, τόσο υπηρεσιακά, όσο και πολιτικά από τον ίδιο τον Επίτροπο Hogan.    

Είναι στη διακριτική μας ευχέρεια να πάρουμε ξεκάθαρη θέση και να αποφασίσουμε ποιους επιλέγουμε να στηρίξουμε και με ποιους επιλέγουμε να πορευθούμε.  

Ίσως όμως η επόμενη ΚΑΠ να είναι πολύ μακριά και η «ζημιά» για την ελληνική παραγωγή μέχρι το 2023, ακολουθώντας τις υφιστάμενες επιλογές, να είναι ανεπανόρθωτη.

Εκτιμώ ότι θα πρέπει να εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια αλλαγών, και υπάρχουν πάρα πολλά, άμεσα, από την τρέχουσα περίοδο, ώστε αρχής γενομένης από το 2020 να αρχίσει η εφαρμογή ενός πιο δίκαιου και πιο παραγωγικού συστήματος κατανομής των ενισχύσεων