Μαξίμου: Αναζητά το όριο στα αγροτικά μπλόκα

Ανάμεσα στο κόστος και τη νομιμότητα το Μαξίμου, οι αγρότες και το όριο της σύγκρουσης

Χθες το απόγευμα, στο Μέγαρο Μαξίμου, πραγματοποιήθηκε ευρεία κυβερνητική σύσκεψη υπό τον Κυριάκος Μητσοτάκης, με αντικείμενο το πακέτο παρεμβάσεων που δρομολογείται για αγρότες και κτηνοτρόφους. Στο τραπέζι βρέθηκαν τόσο τα δημοσιονομικά περιθώρια όσο και τα πολιτικά όρια μιας αντιπαράθεσης που, όπως εκτιμάται στο κυβερνητικό επιτελείο, βαθαίνει και χρονίζει. Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας, υφυπουργοί και γενικοί γραμματείς του υπουργείου, ο διοικητής του ΟΠΕΚΕΠΕ Γιάννης Καββαδάς, ο διοικητής της ΑΑΔΕ Γιώργος Πιτσιλής, καθώς και ο πρόεδρος και CEO της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης, μεταξύ άλλων.

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, εξετάστηκαν όλες οι διαθέσιμες επιλογές για φθηνότερο αγροτικό ρεύμα, με στόχο τιμολόγηση κοντά στα 8 λεπτά ανά κιλοβατώρα, καθώς και ο μηχανισμός εφαρμογής αφορολόγητου πετρελαίου στην αντλία. Παράλληλα, τέθηκε το πλαίσιο για επιπρόσθετη επιδότηση ύψους 160 εκατ. ευρώ που αφορά απώλεια εισοδήματος και ζωικού κεφαλαίου, όπως και η πρόβλεψη για αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ στο 100% για τις ασφαλισμένες ζημιές. Το κυβερνητικό μήνυμα, όπως διατυπώθηκε στη σύσκεψη, ήταν σαφές: τα θετικά μέτρα που έχουν σχεδιαστεί θα υλοποιηθούν ανεξαρτήτως της έντασης των κινητοποιήσεων, με το σκεπτικό ότι η μη εφαρμογή τους θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση εις βάρος της πλειοψηφίας των παραγωγών που δεν συμμετέχει στους αποκλεισμούς.

Την ίδια στιγμή, όμως, στο εσωτερικό της κυβέρνησης ωριμάζει μια διαφορετική ανάγνωση της κατάστασης. Η κλιμάκωση των αγροτικών μπλόκων εκλαμβάνεται πλέον όχι ως πρόσκαιρο διαπραγματευτικό εργαλείο, αλλά ως σταθερή συνθήκη πίεσης χωρίς ορατό σημείο σύγκλισης. Σε αυτό το πλαίσιο, τις τελευταίες 24 ώρες συζητείται σοβαρά η ενεργοποίηση διοικητικών κυρώσεων για όσους προχωρούν σε αποκλεισμούς οδικών αρτηριών, αλλά και κρίσιμων υποδομών, όπως λιμάνια και αεροδρόμια.

Η βασική πρόταση που εξετάστηκε προβλέπει την επιβολή προστίμων από 500 ευρώ ανά παράβαση, με κλιμακούμενη επιβάρυνση σε περίπτωση υποτροπής. Παράλληλα, επανέρχεται στο τραπέζι το μέτρο της αφαίρεσης πινακίδων, επιλογή που έχει ήδη δημοσίως προαναγγελθεί από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλος Μαρινάκης. Οι εισηγητές των μέτρων αυτών τα παρουσιάζουν ως εφαρμογή της διοικητικής νομιμότητας και όχι ως πολιτική αντιπαράθεση, εκτιμώντας ότι το οικονομικό κόστος μιας παράβασης μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για ένα τμήμα των κινητοποιούμενων αγροτών.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σύνθετη. Από τη μία, η κυβέρνηση επενδύει σε ένα πακέτο στοχευμένων παρεμβάσεων με συγκεκριμένα ποσά, μηχανισμούς και χρονοδιαγράμματα. Από την άλλη, προετοιμάζεται για μια πιο αυστηρή διαχείριση της δημόσιας τάξης, αναγνωρίζοντας ότι οι κινητοποιήσεις ενδέχεται να παραμείνουν στους δρόμους για μεγάλο διάστημα. Ανάμεσα στα δύο, το πολιτικό στοίχημα δεν αφορά μόνο τη δημοσιονομική αντοχή ή την αποτελεσματικότητα των μέτρων, αλλά και το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί μια λεπτή ισορροπία μεταξύ κοινωνικής ανοχής, θεσμικής συνέπειας και εφαρμογής του νόμου χωρίς περαιτέρω όξυνση.