Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur ανοίγει αγορές, αλλά κρίνεται κυρίως στην εφαρμογή των κανόνων και στη συνέπεια των κρατών-μελών
Με τα σημερινά δεδομένα, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δύσκολα μπορεί να αποτιμηθεί με όρους άμεσων νικητών ή ηττημένων. Πιο πιθανό είναι να εξελιχθεί σε μια διαδικασία σταδιακής προσαρμογής, όπου το βάρος μετατοπίζεται από τους αριθμούς των εξαγωγών στην ποιότητα της εφαρμογής. Σε αυτό το σημείο ακριβώς κρίνεται και η πολιτική της βαρύτητα.
Η υπογραφή της συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur στις 17 Ιανουαρίου 2026 δεν αποτέλεσε αιφνίδια κίνηση. Ήταν το αποτέλεσμα μιας διαπραγματευτικής διαδρομής που ξεκίνησε το 1999, επανεκκινήθηκε ουσιαστικά το 2016 και σταθεροποιήθηκε πολιτικά τον Δεκέμβριο του 2024. Το τελικό κείμενο, όπως παρουσιάστηκε από την European Commission, αντανακλά μια συνειδητά μετρημένη επιλογή: το εμπόριο να λειτουργεί ως εργαλείο σύνδεσης οικονομιών, χωρίς να αποσυνδέεται από θεσμικά πρότυπα, μηχανισμούς ελέγχου και πολιτική λογοδοσία.
Σε καθαρά οικονομικούς όρους, η συμφωνία αφορά μια αγορά άνω των 295 εκατομμυρίων καταναλωτών. Οι εξαγωγές αγαθών της ΕΕ προς τις χώρες της Mercosur ανήλθαν σε €55 δισ. το 2024, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών το 2023 διαμορφώθηκαν στα €29 δισ.. Παρά τα μεγέθη αυτά, η Mercosur παρέμενε έως σήμερα η μοναδική μεγάλη περιοχή της Λατινικής Αμερικής χωρίς προτιμησιακή εμπορική σχέση με την Ένωση, γεγονός που διατηρούσε υψηλούς δασμούς, τεχνικούς κανονισμούς και διοικητικά εμπόδια για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Η νέα συμφωνία προβλέπει την κατάργηση δασμών για πάνω από 91% των ευρωπαϊκών εξαγωγών, με μεταβατικές περιόδους για τομείς που κρίνονται ευαίσθητοι. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι, σε πλήρη εφαρμογή, το συνολικό όφελος για την οικονομία της ΕΕ θα προσεγγίσει τα €80 δισ., περίπου 0,05% του ΑΕΠ, επίδοση υψηλότερη από εκείνη της συμφωνίας CETA με τον Καναδά. Πέρα όμως από τη μακροοικονομική αποτίμηση, η συμφωνία εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ένωσης να διατηρήσει τον ρόλο της ως κανονιστικού παράγοντα στο διεθνές εμπόριο.
Ο αγροδιατροφικός τομέας βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της ισορροπίας. Η αναγνώριση 344 ευρωπαϊκών Γεωγραφικών Ενδείξεων ενισχύει τη νομική προστασία προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ οι προβλέψεις της Επιτροπής μιλούν για αύξηση των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων της ΕΕ προς τη Mercosur κατά περίπου €1,2 δισ. (+49%). Την ίδια στιγμή, προβλέπονται ποσοστώσεις και ρήτρες διασφάλισης για ευαίσθητα προϊόντα, ώστε η πρόσβαση στην αγορά να μην οδηγεί σε απότομες διαταραχές.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα. Το κείμενο της συμφωνίας επιβεβαιώνει ότι οι κανόνες της ΕΕ παραμένουν αμετάβλητοι, με ενίσχυση των ελέγχων σε τρίτες χώρες κατά 50% και στα σημεία εισόδου της Ένωσης κατά 33% την περίοδο 2026–2027. Η συμμόρφωση αντιμετωπίζεται ως τεχνική και θεσμική προϋπόθεση πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά.
Το πλαίσιο συμπληρώνεται από το Unity Safety Net ύψους €6,3 δισ., το οποίο διπλασιάζει ουσιαστικά το αποθεματικό κρίσεων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και προβλέπει ταχείες διαδικασίες παρέμβασης σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών της αγοράς. Παράλληλα, η προσωρινή εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας εξαρτάται από τη συγκατάθεση του European Parliament, ενώ η πλήρης κύρωση απαιτεί την έγκριση και των 27 κρατών-μελών.
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση μετατοπίζεται από το ευρωπαϊκό στο εθνικό επίπεδο. Η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως πλαίσιο σταθερότητας και προβλεψιμότητας μόνο εφόσον το κράτος λειτουργήσει. Αυτό σημαίνει λειτουργικούς μηχανισμούς, χωρίς παθογένειες τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, σαφή ανάληψη ευθύνης από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και ουσιαστική, τεχνικά αξιόπιστη δουλειά από τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ. Κρίσιμος παράγοντας παραμένει η προστασία του ζωικού κεφαλαίου από ζωονόσους, καθώς και η διοικητική συνέπεια των δημόσιων υπηρεσιών, ώστε να μην υπονομεύεται η διεθνής αξιοπιστία της χώρας.
Σε αυτή τη φάση, το αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό. Λιγότερο συνδεδεμένο με τις φιλοδοξίες των υπογραφών και περισσότερο με τη συνέπεια των θεσμών, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur θα κριθεί όχι τη στιγμή της κύρωσης, αλλά στη σιωπηλή, καθημερινή εφαρμογή. Εκεί όπου οι κανόνες παύουν να είναι κείμενο και γίνονται πράξη.