CEEV: Όταν η νομική αβεβαιότητα μεταφράζεται σε δασμούς για το ευρωπαϊκό κρασί

Η CEEV προειδοποιεί ότι η παραπομπή της ΕΕ–Mercosur διατηρεί δασμούς 43 εκατ. ευρώ και παρατείνει την αβεβαιότητα για τις εξαγωγές κρασιού.

Η σημερινή ψηφοφορία του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την οποία ζητείται η παραπομπή της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης ΕΕ–Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για αξιολόγηση της νομικής της βάσης, επανέφερε στο προσκήνιο μια γνώριμη αλλά κρίσιμη ευρωπαϊκή εξίσωση: πολιτική επιφύλαξη έναντι οικονομικού χρόνου. Για τον ευρωπαϊκό οινικό τομέα, η απόφαση αυτή δεν μεταφράζεται σε θεωρητική συζήτηση, αλλά σε μετρήσιμη επιβάρυνση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Οινοποιητικών Εταιρειών (CEEV) εξέφρασε ανοιχτά την απογοήτευσή της για την επιλογή της Κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να ζητήσει γνωμοδότηση από το Δικαστήριο, παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις της Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι η συμφωνία είναι πλήρως συμβατή με τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κλάδου, η συγκεκριμένη διαδικασία συνεπάγεται καθυστέρηση 18 έως 20 μηνών στην επικύρωση, περίοδος κατά την οποία η αβεβαιότητα παραμένει κανονικότητα για τις επιχειρήσεις.

Η οικονομική διάσταση είναι ήδη σαφής. Μόνο το 2024, οι ευρωπαϊκές οινοποιητικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις αγορές της Mercosur κατέβαλαν άνω των 43 εκατ. ευρώ σε δασμούς. Το ποσό αυτό, όπως επισημαίνει το CEEV, δεν αποτυπώνει το πλήρες κόστος πρόσβασης, καθώς δεν περιλαμβάνει τα μη δασμολογικά εμπόδια: τη γραφειοκρατία, τις σύνθετες τελωνειακές διαδικασίες και τα διοικητικά βάρη που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν ιδίως την αγορά της Βραζιλίας. Για έναν τομέα με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό και υψηλή προστιθέμενη αξία, κάθε έτος καθυστέρησης λειτουργεί ως συσσωρευμένη απώλεια.

Η πολιτική επιλογή της παραπομπής στο Δικαστήριο έρχεται σε μια συγκυρία όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει και να διαφοροποιήσει τα εμπορικά της δίκτυα με εταίρους μεγάλης κλίμακας. Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur έχει παρουσιαστεί από τις Βρυξέλλες ως εργαλείο διεύρυνσης της παρουσίας των ευρωπαϊκών προϊόντων σε αγορές εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών, αλλά και ως μηχανισμός ενίσχυσης ενός πλαισίου εμπορίου βασισμένου σε κανόνες. Για τον οινικό τομέα, ειδικά, η προοπτική μείωσης δασμών και απλούστευσης των διαδικασιών θεωρείται καθοριστική για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας έναντι τρίτων χωρών.

Ωστόσο, η σημερινή εξέλιξη μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την οικονομική εφαρμογή στη νομική διερεύνηση. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης, αλλά το πότε — και υπό ποιους θεσμικούς όρους — θα της επιτραπεί να τεθεί σε ισχύ. Για τις επιχειρήσεις, αυτή η μετάθεση χρόνου ισοδυναμεί με παράταση ενός καθεστώτος κόστους που ήδη αποτυπώνεται στους ισολογισμούς.

Το CEEV χαρακτήρισε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χαμένη ευκαιρία για ταχεία πρόοδο, υπογραμμίζοντας ότι η ανάγκη για επικύρωση δεν είναι αφηρημένη, αλλά άμεσα συνδεδεμένη με την καθημερινή λειτουργία των ευρωπαϊκών οινοποιείων στις διεθνείς αγορές. Χωρίς να αμφισβητεί τη θεσμική αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου ή του Δικαστηρίου, η παρέμβαση του κλάδου φωτίζει ένα σταθερό ευρωπαϊκό δίλημμα: την απόσταση ανάμεσα στη νομική ασφάλεια και την οικονομική ταχύτητα.