Τι δείχνει η νέα μελέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το αγροτικό εισόδημα

Πώς ο πληθωρισμός διαβρώνει το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα και την ΕΕ και γιατί τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιβεβαιώνουν όσα βιώνονται στην πράξη

Για χρόνια στην Ελλάδα το αγροτικό εισόδημα παρουσιαζόταν ως ένα ζήτημα γκρίνιας. Ένα επαναλαμβανόμενο παράπονο που ακουγόταν κυρίως από τους ίδιους τους αγρότες και σπάνια έφτανε στο επίπεδο σοβαρής πολιτικής συζήτησης. Η νέα μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αλλάζει αυτό το πλαίσιο.

Αυτό που καταγράφεται πλέον δεν είναι υποκειμενική αίσθηση αλλά είναι κοινή διαπίστωση. Το ισχύον μοντέλο στήριξης δεν ακολουθεί πια την πραγματική οικονομία της γεωργίας. Το κόστος ανεβαίνει γρήγορα, οι τιμές ακολουθούν με καθυστέρηση και η δημόσια στήριξη μένει στάσιμη σε ονομαστικούς όρους. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής αποσύνδεση εισοδήματος και πραγματικών αναγκών όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία της μελέτης .

Η ανάλυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δείχνει καθαρά ότι μετά το 2021 το Σοκ κόστους προηγήθηκε των τιμών παραγωγού. Η ενέργεια τα λιπάσματα και οι ζωοτροφές αυξήθηκαν πρώτα. Το 2023 αναδεικνύεται ως χρονιά κατά την οποία σε αρκετούς τομείς το εισόδημα μειώθηκε ενώ η αξία παραγωγής παρέμενε υψηλή. Αυτό δεν είναι ερμηνεία. Είναι αριθμοί .

Σε αυτό το περιβάλλον η ΚΑΠ λειτούργησε ως σταθερό ποσό σε έναν κινούμενο κόσμο. Οι άμεσες ενισχύσεις δεν συνδέονται με τον πληθωρισμό. Κάθε χρονιά ακρίβειας αφαιρεί αγοραστική δύναμη χωρίς καμία τυπική απόφαση. Η μελέτη το περιγράφει χωρίς πολιτικούς χαρακτηρισμούς αλλά το συμπέρασμα είναι σαφές. Η στήριξη μειώνεται στην πράξη .

Το ζήτημα γίνεται πιο οξύ όταν κανείς κοιτάξει την κατανομή του εισοδήματος. Λίγες εκμεταλλεύσεις απορροφούν δυσανάλογο μέρος του συνολικού αγροτικού εισοδήματος ενώ οι μικρότερες μονάδες εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ενισχύσεις που χάνουν αξία. Αυτό δεν αποτελεί κοινωνική κριτική αλλά επίσημο εύρημα της ανάλυσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου .

Στην Ελλάδα αυτή η εικόνα δεν έμεινε μόνο στην θεωρία . Το πρόβλημα μεταφέρθηκε και στο επίπεδο της διοίκησης. Οι καθυστερήσεις οι διορθώσεις και η αβεβαιότητα στις πληρωμές μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ λειτούργησαν σωρευτικά. Όταν το εισόδημα πιέζεται από το κόστος και ταυτόχρονα η δημόσια στήριξη δεν φτάνει έγκαιρα ή με σαφείς κανόνες τότε το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό και γίνεται πολιτικό.

Και εδώ βρίσκεται το σημείο που αλλάζει το βάρος της συζήτησης δεν τα λένε πια μόνο οι αγρότες,τα ίδια συμπεράσματα καταγράφονται σε επίσημη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η απόσταση ανάμεσα στο σύστημα στήριξης και στην πραγματική οικονομία της γεωργίας αναγνωρίζεται θεσμικά .

Αυτό δημιουργεί πλέον  πολλά ερωτήματα και σε εθνικό επίπεδο. Όταν οι θεσμοί της  Ευρώπης επιβεβαιώνουν με στοιχεία αυτό που βιώνεται στην πράξη, η συζήτηση δεν μπορεί να παραμένει στο επίπεδο των διαμαρτυριών. Αφορά πλέον την προσαρμογή πολιτικής.

Για τον λόγο αυτό, θα είχε ιδιαίτερη σημασία να ακουστεί και η θέση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων απέναντι στα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης. Όχι ως απάντηση σε αιτήματα, αλλά ως τοποθέτηση απέναντι σε μια επίσημη ευρωπαϊκή ανάλυση που θέτει ζήτημα αντοχής του ίδιου του πλαισίου στήριξης. Γιατί αυτή τη φορά, τα συμπεράσματα δεν προέρχονται από το χωράφι, προέρχονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αν όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των ενισχύσεων, αλλά το πότε και πώς φτάνουν στο χωράφι, τότε το επόμενο ερώτημα είναι αναπόφευκτο, πότε ακριβώς χάνεται το εισόδημα;    Ακολουθεί Μέρος 2