Μελέτη σε οκτώ χώρες εντοπίζει 256 δραστικές ουσίες μη εγκεκριμένες στην Ευρώπη
Σχεδόν το 49% των φυτοφαρμάκων που είναι εγκεκριμένα για βασικές καλλιέργειες στη Λατινική Αμερική είναι απαγορευμένα ή μη εγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the Royal Society B.
Η έρευνα εξέτασε το νομικό καθεστώς εκατοντάδων δραστικών ουσιών σε οκτώ χώρες —Αργεντινή, Βολιβία, Βραζιλία, Χιλή, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Μεξικό και Ουρουγουάη— και τις συνέκρινε με τη νομοθεσία της ΕΕ. Οι επιστήμονες εντόπισαν 523 δραστικές ουσίες εγκεκριμένες στην περιοχή για δέκα βασικές καλλιέργειες, όπως σόγια, καλαμπόκι, ρύζι και ζαχαροκάλαμο. Από αυτές, 256 είναι απαγορευμένες στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων οι ουσίες acetochlor, bifenthrin και carbendazim, που χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα τοξικές για περιβάλλον, ζώα και ανθρώπους.
Η Κόστα Ρίκα καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό δραστικών ουσιών εγκεκριμένων αλλά απαγορευμένων στην ΕΕ (140), ακολουθούμενη από το Μεξικό (135) και τη Βραζιλία (115). Σύμφωνα με τη βασική συγγραφέα της μελέτης, Grecia de Groot, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν σημαντικές διαφορές στο ρυθμιστικό πλαίσιο των δύο περιοχών, με λιγότερο αυστηρούς κανόνες στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Η ανάλυση έδειξε επίσης ότι καλλιέργειες με υψηλή παραγωγή και εξαγωγική αξία, όπως σόγια, καλαμπόκι, σιτάρι και ρύζι, συγκεντρώνουν μεγαλύτερες ποσότητες ουσιών που δεν επιτρέπονται στην ΕΕ. Η Λατινική Αμερική είναι η περιοχή με τη μεγαλύτερη αύξηση χρήσης φυτοφαρμάκων παγκοσμίως, καθώς σύμφωνα με τον FAO η κατανάλωση αυξήθηκε σχεδόν κατά 500% μεταξύ 1990 και 2019.
Οι συνέπειες στην υγεία έχουν ήδη καταγραφεί. Μελέτη στην πολιτεία Παρανά της Βραζιλίας συνέδεσε τη χρόνια επαγγελματική έκθεση σε φυτοφάρμακα με πιο επιθετικές μορφές καρκίνου του μαστού. Παράλληλα, έρευνα του 2024 στο Journal of Public Health εντόπισε υπολείμματα φυτοφαρμάκων στο μητρικό γάλα σε τουλάχιστον δέκα χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Οι συντάκτες της μελέτης προτείνουν την άμεση απαγόρευση παραγωγής, πώλησης και χρήσης δραστικών ουσιών που χαρακτηρίζονται υψηλού κινδύνου, καθώς και ενίσχυση των συστημάτων αξιολόγησης και παρακολούθησης. Επισημαίνουν επίσης ότι μια ενδεχόμενη εμπορική συμφωνία μεταξύ Mercosur και ΕΕ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός για αυστηρότερα πρότυπα.