Κτηνοτροφία: Σε καθεστώς δύο ταχυτήτων, μπλόκο στις εκτροφές, πράσινο φως για σφαγές
Λίγες ημέρες αφότου είχαμε επισημάνει ότι Όταν η βιοασφάλεια μένει στα χαρτιά, η ευλογιά γράφει τον λογαριασμό στα μαντριά, ένα νέο διοικητικό έγγραφο ήρθε να μεταφράσει αυτή τη διαπίστωση σε σκληρή κανονιστική πράξη. Το κείμενο της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 2026 επανακαθορίζει το πλαίσιο μετακίνησης ζώντων αιγοπροβάτων και σηματοδοτεί μια νέα φάση περιορισμών για τις απαγορευμένες ζώνες της χώρας.
Απαγορεύεται άμεσα οποιαδήποτε μετακίνηση ζώντων αιγοπροβάτων από την Ελλάδα ή από άλλα κράτη μέλη με προορισμό εκτροφές εντός ζωνών προστασίας, επιτήρησης και περαιτέρω απαγορευμένων περιοχών, όπως ρητά αναφέρεται στο έγγραφο.
Το μέτρο, που στηρίζεται στην απόφαση ΕΕ 2024 2207, δεν αφορά μόνο ζώα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη αλλά και ζώα από ελεύθερες περιοχές της ίδιας της Ελλάδας όταν ο τελικός τους προορισμός είναι εκτροφή εντός των απαγορευμένων ζωνών.
Η ανασύσταση των κοπαδιών στις συγκεκριμένες περιοχές παγώνει, εκτός εάν πρόκειται για παραγγελίες που είχαν ήδη προπληρωθεί έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και εγκριθούν από την αρμόδια κτηνιατρική αρχή. Σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές μονάδες προσπαθούν να ανακάμψουν από απώλειες λόγω ευλογιάς, η δυνατότητα αναπλήρωσης ζωικού κεφαλαίου περιορίζεται δραστικά.
Την ίδια στιγμή, το ίδιο έγγραφο προβλέπει μια κρίσιμη εξαίρεση. Η εισαγωγή ζώντων αιγοπροβάτων επιτρέπεται όταν τα ζώα προορίζονται απευθείας για σφαγή, και πάντοτε κατόπιν άδειας της τοπικής κτηνιατρικής υπηρεσίας.
Με άλλα λόγια, για ζώα που θα παραμείνουν στην παραγωγή και θα ενισχύσουν εκτροφές ισχύει καθολική απαγόρευση στις απαγορευμένες ζώνες, ενώ για ζώα που οδηγούνται άμεσα στο σφαγείο το κανάλι παραμένει ανοιχτό υπό προϋποθέσεις.
Η διάκριση αυτή έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση στον κλάδο. Κτηνοτρόφοι με τους οποίους επικοινώνησε το Agrocapital υποστηρίζουν ότι είναι άδικο να υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ ζώων που κατευθύνονται σε εκτροφή και ζώων που κατευθύνονται σε σφαγή. Τονίζουν ότι η αιφνιδιαστική εφαρμογή του μέτρου, χωρίς μεταβατική περίοδο και χωρίς εκτενείς διευκρινίσεις για τα πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν, δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα λύνει. Επισημαίνουν ότι παραμένει θολό πώς ορίζεται κάθε φορά η απαγορευμένη ζώνη και ποια διαδικασία αδειοδότησης θα εφαρμόζεται στην πράξη.
Στο πεδίο, οι συνέπειες είναι άμεσες μονάδες που αποδεκατίστηκαν από την ευλογιά επιχειρούν να σταθούν ξανά στα πόδια τους αλλά παραμένουν χωρίς δυνατότητα άμεσης αναπλήρωσης ζωικού κεφαλαίου και άρα χωρίς προοπτική επανεκκίνησης της παραγωγής. Κτηνοτρόφοι δηλώνουν ότι βρίσκονται ουσιαστικά αδρανείς, χωρίς εισόδημα, αδυνατώντας να καλύψουν βασικές οικογενειακές ανάγκες. Την ίδια στιγμή, η διατήρηση της ροής ζώων προς σφαγή εξασφαλίζει μια σχετική ομαλότητα στην αγορά κρέατος, όχι όμως στη βάση της πρωτογενούς παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, οι εναπομείναντες κτηνοτρόφοι ανησυχούν ότι η χώρα δεν είναι επαρκώς θωρακισμένη απέναντι στον κίνδυνο εισαγωγής του αφθώδους πυρετού.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως αναγκαίο ανάχωμα για τον περιορισμό της διασποράς της νόσου. Η συζήτηση, ωστόσο, μετατοπίζεται από το αν απαιτούνται αυστηρά μέτρα στο πώς εφαρμόζονται και ποιον επιβαρύνουν περισσότερο. Η απαγόρευση για ζώα προς εκτροφή και η ταυτόχρονη εξαίρεση για ζώα προς σφαγή δημιουργούν δύο διαφορετικές ταχύτητες διαχείρισης του ίδιου υγειονομικού κινδύνου, με άμεσο αντίκτυπο στη βιωσιμότητα των εκτροφών.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα του αφθώδους πυρετού. Πρόκειται για νόσο με τεράστιες επιπτώσεις στο εμπόριο και στις εξαγωγές, ικανή να ανατρέψει τη διεθνή εικόνα μιας χώρας σε ελάχιστο χρόνο. Η Ευρώπη βρίσκεται σε αυξημένο καθεστώς επιτήρησης. Η Κύπρος έχει ήδη τεθεί σε καραντίνα και έχει χάσει περισσότερα από 50000 ζώα σε σύνολο περίπου 500000, δηλαδή ποσοστό άνω του 10 τοις εκατό του ζωικού της κεφαλαίου. Το μήνυμα προς την περιοχή είναι αυστηρό.
Στην Ελλάδα, όμως, η αυστηροποίηση των περιορισμών έρχεται σε ένα περιβάλλον όπου οι δομές βιοασφάλειας και οι μηχανισμοί ταχείας αναπλήρωσης δεν έχουν ακόμη αποδείξει ότι μπορούν να λειτουργήσουν με την απαιτούμενη ταχύτητα και επάρκεια. Η αναστολή εισαγωγών για εκτροφές σε συνδυασμό με την επιτρεπόμενη ροή ζώων προς σφαγή διαμορφώνει ένα πλαίσιο δύο ταχυτήτων στην ίδια αγορά, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν η ελληνική κτηνοτροφία θα καταφέρει να ανακάμψει ή θα παραμείνει παγιδευμένη σε μια παρατεταμένη περίοδο αδράνειας.