Όταν η βιοασφάλεια μένει στα χαρτιά, η ευλογιά γράφει τον λογαριασμό στα μαντριά

Την ώρα που η χώρα παλεύει ακόμη με τις συνέπειες της ευλογιάς των αιγοπροβάτων και οι έλεγχοι εντείνονται, φτάνοντας ακόμη και σε συλλήψεις κτηνοτρόφων που βγάζουν τα ζώα για βοσκή, παρότι πολλοί καταγγέλλουν ότι δεν διαθέτουν επαρκείς ζωοτροφές και κινδυνεύουν να χάσουν κοπάδια από ασιτία, ένα βαρύτερο ενδεχόμενο σκιάζει ήδη τη συζήτηση στον κλάδο. Ο λόγος για τον αφθώδη πυρετό, μια νόσο με τεράστιες επιπτώσεις στο εμπόριο, στις εξαγωγές και στη διεθνή εικόνα της χώρας, βρίσκεται σε αυξημένο ευρωπαϊκό καθεστώς επιτήρησης.

Μάλιστα το γεγονός ότι η Κύπρος έχει ήδη τεθεί σε καραντίνα λόγω αφθώδους πυρετού, λειτουργεί ως ηχηρή προειδοποίηση για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

Με τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας, τις διασυνοριακές μετακινήσεις και τις εμπορικές ροές να αυξάνουν την έκθεση σε κινδύνους, η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο αλλά την πραγματική επιχειρησιακή θωράκιση της χώρας. Ένα σενάριο αφθώδους πυρετού στην Ελλάδα θα ήταν πολλαπλάσια πιο επιθετικό και οικονομικά καταστροφικό από την τρέχουσα κρίση, με άμεσο πλήγμα στις εξαγωγές, στην αγορά κρέατος και γάλακτος αλλά και στη διεθνή αξιοπιστία της ελληνικής κτηνοτροφίας.

Μπορεί η διοικητική γλώσσα των αριθμών να μιλά για δεκάδες χιλιάδες θανατωμένα ζώα και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις και ενισχύσεις, όμως η ουσία του προβλήματος είναι το μεγάλο κενό στην πρόληψη και τη βιοασφάλεια που έχει καταγραφεί στην πράξη.

Η ευλογιά των αιγοπροβάτων συνεχίζει να απειλεί έναν ζωτικό για την ελληνική οικονομία κλάδο. Σχεδόν μισό εκατομμύριο ζώα εκτός παραγωγής λόγω υποχρεωτικών σφαγών και περιορισμών, με τους παραγωγούς να καταγγέλλουν πως τα μέτρα που εφαρμόζονται από το ΥΠΑΑΤ μοιάζουν περισσότερο με πυροσβεστικές κινήσεις παρά με ολοκληρωμένη στρατηγική πρόληψης και θωράκισης. Το πρόβλημα δεν αποτυπώνεται μόνο στους αριθμούς των αποζημιώσεων αλλά στο κενό που αφήνει πίσω του η απουσία πρόληψης. Όσο η χώρα μετρά κρούσματα και θανατώσεις κοπαδιών, πλανάται το ερώτημα ποιος τελικά είχε την ευθύνη να θωρακίσει το σύστημα πριν φτάσουμε εδώ.

Σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί από υπηρεσιακές πηγές, οι Περιφέρειες δεν ζήτησαν επιπλέον προσωπικό από το Υπουργείο, παρά το βάρος των ελέγχων, των θανατώσεων και των δειγματοληψιών. Το βασικό αίτημα αφορούσε κυρίως οχήματα και μέσα μετακίνησης και όχι ενίσχυση σε ανθρώπινο δυναμικό. Σε μια κρίση που απαιτεί συνεχή επιτήρηση, ταχύτητα αντίδρασης και επιτόπιους ελέγχους, η επιλογή αυτή γεννά σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η διοικητική μηχανή αξιολόγησε σωστά τις ανάγκες της πρώτης γραμμής. Η επιχειρησιακή επάρκεια εξαρτάται πρωτίστως από το ανθρώπινο δυναμικό και όχι μόνο από τα μέσα μετακίνησης.

Την ίδια στιγμή, στις Περιφερειακές Ενότητες με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση γαλακτοπαραγωγής, στη Θεσσαλία και τη Δυτική Ελλάδα, δεν λειτουργεί ούτε ένας μόνιμος σταθμός βιοασφάλειας. Η απουσία τέτοιων σταθμών σε περιοχές που αποτελούν την καρδιά της ελληνικής κτηνοτροφίας δημιουργεί ένα δομικό κενό στην πρόληψη. Η βιοασφάλεια παραμένει περισσότερο έννοια σε εγκυκλίους παρά εφαρμοσμένη πρακτική στο πεδίο.

Παρά την επίσημη κυβερνητική δέσμευση για εκρίζωση της νόσου και αύξηση της βιοασφάλειας, η εφαρμογή των μέτρων στον στάβλο παραμένει ανομοιογενής. Υπάρχουν αναφορές για αποσπασματικούς ψεκασμούς, ελλιπή σταθμούς βιοασφάλειας και δυσκολίες στον έλεγχο των μετακινήσεων ζώων και ζωοτροφών. Όπως περιγράφουν παραγωγοί από πληγείσες περιοχές στο Agrocapital, έμφαση δίνεται σε κινήσεις εντυπωσιασμού και όχι σε οργανωμένη άμυνα και επιτήρηση. Η σταθερή υποδομή βιοασφάλειας παραμένει ανεπαρκής.

Το πλαίσιο αποζημιώσεων για το 2026, όπως εγκρίθηκε με την απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 971 της 20ής Φεβρουαρίου 2026, προβλέπει συνολική δαπάνη 50.000.000 ευρώ, εκ των οποίων 40.000.000 ευρώ για αποζημιώσεις κτηνοτρόφων, 2.000.000 ευρώ για ενισχύσεις και 8.000.000 ευρώ για λειτουργικές δαπάνες των Περιφερειών, με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προβλέπονται αποζημιώσεις έως και 100 τοις εκατό της αγοραίας αξίας σε περιπτώσεις υποχρεωτικής θανάτωσης. Ωστόσο οι πόροι για αποζημιώσεις δεν υποκαθιστούν την ανάγκη πρόληψης.

Η αίσθηση που μεταφέρεται από την παραγωγική βάση είναι ότι η χώρα λειτουργεί στον αυτόματο, με τα μέτρα να ενεργοποιούνται εκ των υστέρων και όχι προληπτικά. Το θεσμικό πλαίσιο υπάρχει και οι πόροι έχουν προβλεφθεί, όμως η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος δεν κρίνεται στις σελίδες των ΦΕΚ αλλά στην ετοιμότητα του πεδίου. Το διακύβευμα αφορά την ανθεκτικότητα του εθνικού συστήματος ζωικής παραγωγής και την προστασία της δημόσιας υγείας, της αγροτικής οικονομίας και της επισιτιστικής ασφάλειας. Και εκεί, η απόσταση ανάμεσα στη διοικητική πρόβλεψη και την πραγματικότητα των μαντριών παραμένει το πιο ανησυχητικό κενό.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις