Πιθανή μείωση παραγωγής στο β’ εξάμηνο λόγω Κίνας και Ευρώπης – Σταθερή κατανάλωση, ανακατατάξεις στο εμπόριο
Προσαρμογές στην παγκόσμια παραγωγή χοιρινού για το 2026 προβλέπει η έκθεση της Rabobank Quarterly Global Pork Market Report – Q1 2026, η οποία κάνει λόγο για μεταβατική περίοδο για τον κλάδο.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η παγκόσμια παραγωγή θα παρουσιάσει μικτές επιδόσεις. Το πρώτο εξάμηνο αναμένεται να διατηρηθούν υψηλά επίπεδα προσφοράς στις βασικές παραγωγικές χώρες, ενώ στο δεύτερο εξάμηνο προβλέπεται συρρίκνωση, κυρίως λόγω μείωσης του ζωικού κεφαλαίου αναπαραγωγής στην Κίνα και προσαρμογών στην Ευρώπη.
Στην Κίνα, ο αριθμός των χοιρομητέρων εκτιμάται ότι θα περιοριστεί περίπου στα 39 εκατ. ζώα έως το 2026, στο πλαίσιο στρατηγικής εξισορρόπησης προσφοράς και ζήτησης μετά από περίοδο υπερπαραγωγής. Στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου αναμένεται περιορισμένη, λόγω πιέσεων από υγειονομικούς κινδύνους, υψηλού κόστους επέκτασης και αυξημένης αβεβαιότητας στο εμπόριο, με την ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω τεχνολογίας και αυτοματοποίησης να αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης.
Το διεθνές εμπόριο εκτιμάται ότι θα αναδιαμορφωθεί το 2026. Η Κίνα, που το 2020 αντιστοιχούσε στο 45% των παγκόσμιων εισαγωγών, έχει μειώσει σημαντικά το μερίδιό της λόγω ανάκαμψης της εγχώριας παραγωγής, ενώ το Μεξικό αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος εισαγωγέας παγκοσμίως.
Τα αντιντάμπινγκ μέτρα της Κίνας στο ευρωπαϊκό χοιρινό και η επιβολή ποσοστώσεων από το Μεξικό σε προμηθευτές χωρίς συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου δημιουργούν αβεβαιότητα και ενδέχεται να κατευθύνουν τις εμπορικές ροές σε νέες αγορές. Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες επιπτώσεις της αφρικανικής πανώλης των χοίρων σε Ασία και Ευρώπη εξακολουθούν να επηρεάζουν την παραγωγή και να προκαλούν περιορισμούς στο εμπόριο.
Σε ό,τι αφορά τη ζήτηση, η Rabobank προβλέπει σταθερή παγκόσμια κατανάλωση, ενισχυμένη από την ανταγωνιστικότητα του χοιρινού έναντι άλλων πρωτεϊνών, ιδιαίτερα λόγω των υψηλών τιμών στο βοδινό. Ωστόσο, η ανάπτυξη εκτιμάται μέτρια και άνιση μεταξύ περιοχών, ανάλογα με την οικονομική πορεία και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, σε ένα περιβάλλον που θα απαιτήσει μεγαλύτερη πειθαρχία στην παραγωγή και στρατηγική διαχείριση κινδύνων για τη διατήρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.