Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει το γεωπολιτικό σοκ στις αγορές, με άνοδο στο πετρέλαιο, πίεση σε λιπάσματα και σιτηρά και αυξημένο κόστος ναυτιλίας
Η ανάφλεξη γύρω από το Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επανέφεραν με βίαιο τρόπο το γεωπολιτικό ρίσκο στο κέντρο των αγορών εμπορευμάτων, με το πετρέλαιο, τα λιπάσματα, τα σιτηρά και τη ναυτιλία να κινούνται σχεδόν ταυτόχρονα ανοδικά υπό το βάρος της αβεβαιότητας.
Με το Ιράν να προχωρά σε παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου 20 τοις εκατό της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου LNG, οι αγορές αντέδρασαν άμεσα. Το Brent κατέγραψε ενδοσυνεδριακή άνοδο 10 έως 13 τοις εκατό, με τις τιμές να κινούνται στην περιοχή των 80 δολαρίων το βαρέλι και τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι σε περίπτωση παρατεταμένης διακοπής ροών δεν αποκλείεται επιστροφή σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων. Η άνοδος συνοδεύτηκε από αύξηση στα ασφάλιστρα κινδύνου για δεξαμενόπλοια και από επιφυλακτικότητα μεγάλων ναυτιλιακών εταιρειών που επανεξετάζουν διελεύσεις από την περιοχή.
Η εικόνα αυτή επαναφέρει μνήμες από το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία πυροδότησε συνδυασμένο σοκ σε ενέργεια και τρόφιμα. Τον Μάρτιο του 2022, τα συμβόλαια σιταριού στο Σικάγο άγγιξαν τα 13 δολάρια ανά μπούσελ, ενώ ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO έφτασε στο ιστορικό υψηλό των 159,7 μονάδων, καταγράφοντας ετήσια αύξηση άνω του 30 τοις εκατό. Την ίδια περίοδο, το Brent ξεπέρασε τα 120 δολάρια το βαρέλι, καθώς η αγορά προεξοφλούσε περιορισμούς στις ρωσικές εξαγωγές.
Στα λιπάσματα, η αναταραχή ήταν ακόμη πιο έντονη. Η Ρωσία συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους εξαγωγείς αζωτούχων, φωσφορικών και καλιούχων λιπασμάτων, ενώ η παραγωγή αμμωνίας εξαρτάται άμεσα από το φυσικό αέριο, που μπορεί να αντιστοιχεί σε έως και 70 τοις εκατό του κόστους παραγωγής. Το 2022 οι τιμές ορισμένων αζωτούχων λιπασμάτων αυξήθηκαν πάνω από 80 τοις εκατό σε ετήσια βάση, οδηγώντας σε μείωση χρήσης σε αρκετές αγροτικές οικονομίες και επηρεάζοντας τις αποδόσεις των επόμενων καλλιεργητικών περιόδων.
Η σημερινή κρίση στο Ιράν επηρεάζει το ίδιο πλέγμα αγορών από διαφορετική αφετηρία. Η απειλή δεν αφορά μόνο την προσφορά πετρελαίου, αλλά και το κόστος του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή λιπασμάτων. Εάν οι τιμές ενέργειας διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, το κόστος παραγωγής αμμωνίας και αζωτούχων λιπασμάτων ενδέχεται να αυξηθεί εκ νέου, μεταφέροντας πίεση στους αγρότες ενόψει της νέας σποράς.
Στα σιτηρά, η επίδραση εκδηλώνεται μέσω δύο καναλιών. Πρώτον, αυξάνεται το κόστος καλλιέργειας λόγω ακριβότερων καυσίμων και λιπασμάτων. Δεύτερον, ενισχύεται το κόστος μεταφοράς. Τα bulk carriers που μεταφέρουν σιτάρι και καλαμπόκι εξαρτώνται από καύσιμα, και η άνοδος του πετρελαίου μεταφράζεται σε υψηλότερα ναύλα. Σε ορισμένες εισαγωγικές χώρες, το μεταφορικό κόστος μπορεί να φθάνει έως και το 20 τοις εκατό της τελικής τιμής εισαγωγής σιταριού, επιβαρύνοντας τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Η ναυτιλία βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας αναταραχής η πιθανότητα παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ ή η προσωρινή αναστολή διελεύσεων αυξάνει τον χρόνο και το κόστος διαδρομής, ενώ τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου ενσωματώνονται ήδη στα συμβόλαια. Οι αγορές παραγώγων σε ενέργεια και σιτηρά καταγράφουν αυξημένη μεταβλητότητα, καθώς οι επενδυτές αποτιμούν το ενδεχόμενο παρατεταμένης κρίσης.
Η εμπειρία του πολέμου Ρωσίας και Ουκρανίας κατέδειξε ότι οι διαταραχές σε ενέργεια και λιπάσματα μεταφέρονται με χρονική υστέρηση στις αγορές τροφίμων. Σήμερα, με το Ιράν στο επίκεντρο και μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές διόδους παγκοσμίως υπό αμφισβήτηση, οι αγορές λειτουργούν με αυξημένο ασφάλιστρο κινδύνου. Το βασικό σενάριο παραμένει ότι μια σύντομη κρίση θα περιορίσει τις επιπτώσεις. Ωστόσο, παρατεταμένη διακοπή ροών ενέργειας θα μπορούσε να επαναφέρει συνθήκες παρόμοιες με εκείνες του 2022, με άνοδο σε πετρέλαιο, λιπάσματα, σιτηρά και ναύλα ταυτόχρονα, επιβαρύνοντας εκ νέου τον παγκόσμιο πληθωρισμό και τη διατροφική ασφάλεια.