Αυξήσεις στα ναύλα και πιέσεις στο κόστος μεταφοράς, αλλά οι τιμές των αγροτικών προϊόντων παραμένουν σχετικά σταθερές
Ανθεκτικότητα δείχνει μέχρι στιγμής η παγκόσμια αγορά σιτηρών, παρά την κλιμάκωση της σύγκρουσης γύρω από το Ιράν, η οποία εισήλθε στη δεύτερη εβδομάδα μετά τα πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Αν και έχουν ήδη εμφανιστεί επιπτώσεις στο κόστος μεταφοράς, οι διεθνείς τιμές των περισσότερων αγροτικών προϊόντων παραμένουν μέχρι τώρα σχετικά σταθερές.
Σύμφωνα με τον Stephen Nicholson, παγκόσμιο στρατηγικό αναλυτή για σιτηρά, ελαιούχους σπόρους και γεωργικές εισροές στη Rabobank, βασικές θαλάσσιες οδοί όπως η Διώρυγα του Σουέζ και τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν σημαντικά σημεία συμφόρησης για τις παγκόσμιες ροές σιτηρών.
Ωστόσο, η σύγκρουση έχει ήδη οδηγήσει σε αύξηση των ναύλων. Όπως σημείωσε ο Nicholson σε συνέντευξή του στο World Grain, η άνοδος του κόστους μεταφοράς σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα αυξάνει το συνολικό κόστος διακίνησης σιτηρών και ελαιούχων σπόρων, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τόσο τους παραγωγούς όσο και τους αγοραστές.
Οι αγρότες ενδέχεται να δουν τη διαφορά τιμής μεταξύ τοπικής και διεθνούς αγοράς να μειώνεται, καθώς η μεταφορά γίνεται ακριβότερη, ενώ οι αγοραστές θα αντιμετωπίσουν υψηλότερες επιβαρύνσεις καυσίμων και αυξημένο κόστος logistics.
Προβλήματα σε ορισμένες αγορές
Ήδη εμφανίζονται προβλήματα σε συγκεκριμένες αγορές. Εξαγωγείς από την Ινδία αναφέρουν ότι φορτία ρυζιού μπασμάτι έχουν παραμείνει ακινητοποιημένα στη θάλασσα ή σε λιμάνια, καθώς τα ναύλα έχουν υπερδιπλασιαστεί. Η Ινδία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας μπασμάτι παγκοσμίως, με περισσότερο από το μισό των εξαγωγών να κατευθύνεται σε χώρες της Μέσης Ανατολής.
Η Ένωση Εξαγωγέων Ρυζιού της Ινδίας (AIREA) επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή εναλλακτικές αγορές που να μπορούν να απορροφήσουν αυτούς τους όγκους, γεγονός που αναγκάζει τους εξαγωγείς είτε να αναμένουν την εξομάλυνση της κατάστασης είτε να αναζητήσουν πιο σύνθετες λύσεις μεταφοράς.
Ο Nicholson προειδοποίησε επίσης για πιθανές ανθρωπιστικές συνέπειες σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης, σημειώνοντας ότι η περιοχή θα μπορούσε να αντιμετωπίσει προβλήματα τροφοδοσίας τροφίμων και αυξημένες μεταναστευτικές ροές, οι οποίες θα ασκήσουν πρόσθετες πιέσεις στο παγκόσμιο σύστημα τροφίμων.
Παράλληλα, αναμένεται να επηρεαστεί και η αγορά λιπασμάτων. Όπως ανέφερε, ορισμένοι προμηθευτές ενδέχεται να επικαλεστούν ανωτέρα βία (force majeure), αφήνοντας αγοραστές χωρίς τις συμφωνημένες ποσότητες και οδηγώντας τους ξανά σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά.
Παρά τους κινδύνους, ο Nicholson εκτιμά ότι ο παγκόσμιος κλάδος των σιτηρών έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Τα τελευταία έξι χρόνια, η αγορά έχει ήδη αντιμετωπίσει μεγάλες αναταράξεις, όπως η πανδημία COVID-19, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία, εμπορικούς δασμούς και γεωπολιτικές εντάσεις.
«Θα βαθμολογούσα τον κλάδο των σιτηρών με Β+ ή Α- για τον τρόπο που διαχειρίστηκε αυτές τις προκλήσεις», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η βελτίωση των logistics και η ταχύτερη ροή πληροφοριών βοηθούν την αγορά να προσαρμόζεται γρήγορα και να βρίσκει εναλλακτικές διαδρομές εφοδιασμού.