Γερμανία: 1,5 εκατ. ευρώ για ποικιλίες σιταριού που «βγάζουν» ποιότητα με λιγότερο λίπασμα

Στρατηγική συνεργασία του Υπουργείου Γεωργίας με την αλυσίδα αξίας του μαλακού σίτου για τη διασφάλιση της ποιότητας και της επισιτιστικής επάρκειας.

Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Γεωργίας, Τροφίμων και Εσωτερικών της Γερμανίας (BMLEH) προχωρά σε μια σημαντική επένδυση για το μέλλον της αρτοποιίας, χρηματοδοτώντας με 1,5 εκατομμύριο ευρώ το ερευνητικό πρόγραμμα «FUTUREWHEAT». Ο Υπουργός Alois Rainer υπέγραψε κοινή δήλωση με εκπροσώπους της «Πρωτοβουλίας για τον Μαλακό Σίτο», θέτοντας ως στόχο την παραγωγή σιτηρών που θα είναι ταυτόχρονα φιλικά προς το περιβάλλον και ανθεκτικά στις κλιματικές προκλήσεις, χωρίς να υποβαθμίζεται η φημισμένη γερμανική ποιότητα στο ψωμί.

Το νέο ερευνητικό έργο, το οποίο θα ξεκινήσει την 1η Μαΐου 2026 με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου του Hohenheim και του Ινστιτούτου Max Rubner, επικεντρώνεται στην ταυτοποίηση ποικιλιών σίτου που διατηρούν υψηλή αρτοποιητική ικανότητα ακόμη και με λιγότερη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων. Η ανάγκη αυτή προκύπτει από τη μείωση της περιεκτικότητας των σιτηρών σε ακατέργαστη πρωτεΐνη τα τελευταία χρόνια, ένα φαινόμενο που επηρεάζεται άμεσα από τις μεταβολές του κλίματος και τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις για τον περιορισμό των εκπομπών του θερμοκηπίου.

Στις δηλώσεις του, ο Υπουργός Rainer υπογράμμισε ότι η γερμανική κουλτούρα ψωμιού, η οποία αποτελεί άυλη πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO, δεν επιδέχεται συμβιβασμούς στην ποιότητα. Ωστόσο, έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς τους εταίρους και την αγορά: η μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη παραγωγή πρέπει να συμβαδίζει με την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργητών. «Μόνο ό,τι αποδίδει κέρδος για τον παραγωγό έχει πιθανότητα πραγματικής εφαρμογής στην πράξη», σημείωσε χαρακτηριστικά, συνδέοντας την περιβαλλοντική φιλοδοξία με την επισιτιστική ασφάλεια.

Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί μέρος του ευρύτερου Προγράμματος Προστασίας του Κλίματος 2023 της γερμανικής κυβέρνησης. Δεδομένου ότι το σιτάρι καταλαμβάνει το 25% της συνολικής καλλιεργήσιμης έκτασης στη Γερμανία, η επιτυχία του προγράμματος αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής — από τον αγρότη και τον έμπορο μέχρι τους μύλους και τον τελικό καταναλωτή.